Τα Ταμπάκικα του Βραχωριού-Της Ελένης Γιαννακοπούλου

Για τα ταμπάκικα στο μετεπαναστατικό Βραχώρι (α΄ μισό 19ου αι.) δε διαθέτουμε πληροφορίες. Επειδή πρόγονοι βυρσοδεψών του Μεσοπολέμου βρίσκονται ήδη στο Βραχώρι στα τέλη του 19ου αιώνα, υποθέτουμε ότι η βυρσοδεψία αναβιώνει στην πόλη στα (1880-1900) συνεχίζοντας την παράδοση της Τουρκοκρατίας. Εξάλλου αυτή την εποχή, κυρίως μετά τον καταστροφικό για την πόλη σεισμό του 1889, κατακλύζουν το Αγρίνιο όχι μόνο μαστόροι από την Κόνιτσα και τα Τσουμέρκα, την Κλεπά και τη Λομποτινά, αλλά και πολλοί άλλοι επήλυδες από την ορεινή Τριχωνίδα, τη Ναυπακτία και την Ευρυτανία (Κόνισκα, Πλάτανο, Λορβιτσά, Περίστα, Σίμου, Αράχωβα, Φραγκίστα, Δομνίστα, Ροσκά, κά.)1, που προσπαθούν να επιβιώσουν. Αυτοί ακριβώς έχουν προσβάσεις στα ποιμνιοστάσια και τους φορείς της κτηνοτροφίας της περιοχής. Εύλογο είναι λοιπόν να επιλέξουν την κατεργασία και την εμπορία του δέρματος ως βιοποριστικό επάγγελμα. Η πολιτική των Κυβερνήσεων Τρικούπη ενεθάρρυνε, ως γνωστόν, βιοτεχνικές πρωτοβουλίες.2 Ιδιαίτερα για τον τομέα της βυρσοδεψίας ο νέος αιώνας (1900 και εξ.) φαίνεται ευοίωνος.

Τα δεψικά εκχυλίσματα είναι δυνατόν να αγοραστούν, η κατεργασία διευκολύνεται με μηχανικούς κυλίνδρους και η εισαγωγή του χρωμίου – αμερικανική μέθοδος- συντομεύει σε 3-4 μέρες το χρόνο της δέψης.3 Ωστόσο επειδή τα εκχυλίσματα εξασφάλιζαν και με την παραδοσιακή κατεργασία ανθεκτικότητα στα δέρματα και κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου η παραγωγή κατά 85% ήταν σολοδέρματα, τα ελληνικά βυρσοδεψεία εφάρμοσαν μικτές μεθόδους δέψης, με εκχυλίσματα σε βαρέλες και με φυτικές δεψικές ύλες σε λίμπες. Η δέψη με χρώμιο είχε μικρή διάδοση και κυρίως σε εργοστάσια (Θεσσαλονίκης, Βόλου, Πατρών) που κατασκεύαζαν επαναδέρματα, (σεβρό, λουστρίνια κ. λπ.).4 Τα βυρσοδεψεία του Βραχωριού κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, όχι μόνο δεν αναπροσάρμοσαν τις μεθόδους κατεργασίας, αλλά ακολουθούσαν χωρίς παρέκκλιση την παραδοσιακή πεπατημένη οδό. Οι πληροφορίες μου για τη λειτουργία τους στηρίζονται σε δεδομένα της προφορικής ιστορίας. Και αυτό χάρη στην προθυμία τέκνων βυρσοδεψών του Αγρίνιου, της κ. Κικής Τριανταφύλλου- Γιαννακοπούλου και του κ. Ανδρέα Σκεπαρνιά, τους οποίους και από τη θέση αυτή ευχαριστώ για τις πληροφορίες και το φωτογραφικό υλικό που μου διέθεσαν.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι πρόκειται για μικρές βιοτεχνικές μονάδες που κινούνται σε οικογενειακό επίπεδο. Η πολυεστιακή οικογένεια σε πλήρη δράση: αδέλφια παντρεμένα με τις οικογένειές τους απασχολούνται στο βυρσοδεψείο- εταιρεία. Συνήθως η μια οικογένεια επιδίδεται στην κατεργασία ή την εποπτεύει, ενώ άλλες ασχολούνται με την προμήθεια των δερμάτων και το εμπόριο των κατεργασμένων δερμάτων. Στο Αγρίνιο του Μεσοπολέμου η βυρσοδεψική τέχνη συνδέεται με τις εξής οικογένειες: Σαράμπαλη (Τριανταφύλλου), Σκεπαρνιά, Αλεξόπουλου (Χρήστος, Κώστας, Λάκης). Και αργότερα Μητρονίκα. Η καταγωγή των οικογενειών αυτών μας οδηγεί να συσχετίσουμε τη συνέχιση της βυρσοδεψίας στο Βραχώρι με την κάθοδο ορεινών πληθυσμών προς τα υποτυπωδώς τότε αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα. Οι πρόγονοί τους – οι παππούδες των δερματεμπόρων του μεσοπολέμου – κατάγονται της μεν οικογένειας Σαράμπαλη από την Κόνισκα, της δε οικογένειας Σκεπαρνιά από τη Λορβιτσά Ναυπακτίας.

Τα βυρσοδεψεία αναπτύσσονται και πάλι κατά μήκος του αυλακιού της Ερμίτσας και κοντά στους δύο νερόμυλους. Απ’ το νερό του αυλακιού και κυρίως την κάναλη του μύλου, γέμιζαν τις λίμπες για τη δέψη. Χρησιμοποιούσαν επίσης και το νερό από τις στέρνες που υπήρχαν στις αυλές των ταμπάκικων και που γέμιζαν με το νερό της βροχής, καθώς και από τα πηγάδια. Το εργατικό προσωπικό ήταν περιορισμένο. Συνήθως δούλευαν 3-S εργάτες και σπανιότερα σε περιόδους ζήτησης ως 7-8. Οι εργασίες διαμοιράζονται στο πλαίσιο της οικογένειας. Ένας-δύο από τα μέλη της οικογένειας με επιτελείο τρέχουν στα χωριά για την προμήθεια των δερμάτων. Εκτός από τις τυχόν συγγένειες, οι κουμπαριές με τους βλάχους λειτουργούσαν ως μέσα προαγοράς. «Τα τομάρια του κουμπάρου ήταν ιερά». Άλλος αγοραστής δεν τάπαιρνε, έστω και με μεγαλύτερη τιμή. Σε κάθε παρτίδα περιέχονται δέρματα διαφόρων ποιοτήτων. Τα καλύτερα δέρματα βγαίνουν από τον Αύγουστο ως τον Νοέμβριο. Τότε τα ζώα είναι καλοθρεμμένα και χωρίς αρρώστιες. Στα βραχωρίτικα βυρσοδεψεία κατεργάζονταν κατσικίσια δέρματα (προτιμούν τα μαλτέζικα κατσίκια) και δέρματα προβάτου με τα οποία, εκτός από παπούτσια, κατασκεύαζαν και μικρά πολύχρωμα ταπέτα, καθώς και βόεια δέρματα για το σολόδερμα που είχε μεγάλη ζήτηση στην αγορά. Τα τελευταία εισήγαν κυρίως ημικατεργασμένα (σολοδέρματα από μεγάλα βοοειδή, καθώς και σεβρώ αδιάβροχα δέρματα) από τα βυρσοδεψεία της Σάμου που είχε πρωτοπορία στη βυρσοδεψία Με τον Καραμαούνη στο Καρλόβασι της Σάμου είχαν οι Βραχωρίτες βυρσοδέψες μεγαλύτερη συνεργασία. Μάλιστα ένας από τα μέλη -αδέλφια της εταιρείας- βιοτεχνίας ήταν επιτετραμμένος για τις επαφές και δοσοληψίες με τα εκτός Αγρίνιου κέντρα βυρσοδεψίας.

Τα ταμπάκικα είναι πόλος έλξης και για άλλα επαγγέλματα: τσαγκάρηδες, σαμαράδες, τσαρουχάδες, σαπωνοποιούς, ασβεστάδες, τριβείς βελανιδιών και βέβαια για εκδορείς και δερματέμπορους. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι η ενδοχώρα της Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας σφύζει ακόμα από ζωή αυτή την εποχή και το σύστημα της αυτοκανάλωσης είναι βασικός κανόνας λειτουργίας της -ας θυμηθούμε τις σειρές των κλεισμένων και έρημων σήμερα μαγαζιών στο κεφαλοχώρι του Πλατάνου Ναυπακτίας-, μπορούμε να ανπληφθούμε ότι τα ταμπάκικα του Βραχωριού τροφοδοτούσαν με δέρματα τους τσαγκάρηδες, τσαρουχάδες, σαγματοποιούς της περιοχής. Γι’ αυτό και ανελλιπώς κάθε εβδομάδα Κραββαρίτες και Ευρυτάνες κατέβαιναν στο Βραχώρι. Γύρω από τα ταμπάκικα κινούνταν και ένας κόσμος δερματεμπόρων. Μέλη της οικογένειας – εταιρείας, αλλά και άλλοι δερματέμποροι διακινούσαν τα κατεργασμένα δέρματα προς την Πάτρα και την Αθήνα. Η σημερινή κεντρική πλατεία του Αγρίνιου είχε ολόγυρα 5-6 μαγαζιά πώλησης δερμάτων. Δερματάδικα υπήρχαν και στην οδό Παπαστράτου. Πρέπει να σημειώσουμε ότι γινόταν και ευρύ εμπόριο ακατέργαστων μικρών κυρίως δερμάτων με την Πάτρα που ήταν η πλησιέστερη συγκοινωνιακά πόλη. (Σκαβαραίοι, Καρτέρηδες, Β. Παπαγαλάνης, Παπαδακαίοι, Στεφανόπουλος).

Στο Αγρίνιο του Μεσοπολέμου, εξακολουθούν όπως προαναφέραμε, να έχουν ισχύ οι παραδοσιακές τεχνικές κατεργασίας δέρματος. Δεν είχαν εισαχθεί ούτε τα μηχανικά σφυριά για το χτύπημα του δέρματος ούτε οι μηχανικοί κύλινδροι για το τέντωμα ούτε άλλα μηχανήματα για τον καθαρισμό και το γυάλισμα.

Συγκεκριμένα στα βυρσοδεψεία του Βραχωριού δε λειτουργούσαν ούτε μύλοι, όπου η μυλόπετρα συρόταν από ζώα για την τριβή του δεψικού υλικού. Οι τεχνικές της κατεργασίας δέρματος στην περίοδο του Μεσοπολέμου αντιγράφουν αυτές των χρόνων της Τουρκοκρατίας με μικρές παραλλαγές ή προσθήκες στις φάσεις των τριών σταδίων:

Α. Η προετοιμασία της βύρσας. Προϋπόθεση για τη διατήρηση των δερμάτων είναι η αφυδάτωση και το πάστωμα σε αλάτι. Τα δέρματα δεν έφθαναν στους ταμπάκηδες πάντα ξερά, στεγνωμένα δηλ. στον αέρα και ξεραμένα στο αλάτι. Από τη γύρα στα χωριά οι βυρσοδέψες έφερναν συνήθως για κατεργασία ωμά δέρματα. Αυτά τα άπλωναν για να ξεραθούν και τα διατηρούσαν στο τριμμένο αλάτι. Επακολουθούσε το μαλάκωμα του δέρματος με την παραμονή του στο νερό – ήδη το αναφέραμε – μέχρι και πέντε μέρες. Έτσι με την ενυδάτωση γινόταν εύκαμπτο, αλλά και το νερό που παρέμενε στους πόρους διευκόλυνε τη διάλυση των δεψικών υλικών.

Επακολουθεί το σκίσιμο του δέρματος για να είναι επαξ εργάσιμο και από τις δύο όψεις και να καθαριστεί από τα περιττά κομμάτια (πόδια-ουρές-κεφάλι). Με το «ξελέσισμα» που γίνεται συνήθως στο καβαλέτο, καθαρίζεται το δέρμα από τα υπολείμματα της σάρκας με δεξιοτεχνία όμως για να μη καταστραφεί. Στη συνέχεια γίνεται το πλύσιμο στη στέρνα ή σε τρεχούμενο νερό και επακολουθεί η φάση της αποτρίχωσης που στην παραδοσιακή βυρσοδεψία χρησιμοποιεί όπως αναφέραμε, μόνον ασβέστη. Το μάδημα μετά τη δράση του ασβέστη στην τρίχα, γίνεται και από τις οικογένειες των ταμπάκηδων, γυναίκες παιδιά ή και από εξασκημένες γυναίκες, τις μαδήστρες. Τα μαλλί κυρίως των προβάτων το πουλούσαν και έτσι έβγαζαν «τα κόπια τους». Ο ασβέστης είναι απαραίτητος και στην επόμενη φάση, στο ασβέστωμα των δερμάτων μέσα σε λάκκους με σβησμένο ασβέστη, όπου μένουν από 3-8 μέρες ανάλογα με τη χρήση τους. Ο ασβέστης ανανεώνεται στους λάκκους συνεχώς και το δέρμα φουσκώνει και παίρνει πάχος.

Έτσι χάρη στα βυρσοδεψεία του μεσοπολέμου δούλευαν τ’ ασβεστοκάμινο στην Κλεισούρα, περιοχή πλούσια σε ασβεστόλιθο και τροφοδότρα του τόπου. Δούλευαν όμως ακατάπαυστα και στο Βραχώρι οι ασβεσταριές του μπάρμπα Αντρέα του Καλημέρη, που τον θυμόμαστε ως τις μέρες μας.

Οι επόμενες φάσεις αντιγράφουν και αυτές την παράδοση: είναι το ξύρισμα για να απαλλαγεί το δέρμα από τις ρίζες των τριχών και η απασβέστωση για να πλυθούν μέχρι να «ξεβροχιάσουν» τα δέρματα. Η ένωση άλλωστε καταλοίπων του ασβέστη με το βελανίδι δημιουργούσε ανεξίτηλα σημάδια στο δέρμα.

Β’ Η δέψη. Στα βραχωρίτικα ταμπάκικα του Μεσοπολέμου ως δεψικό υλικό δε χρησιμοποιείται ούτε ρούδι ούτε σκίνο παρά μόνο βελανίδι. Το άλεσμα του βελανιδιού έκανε ειδικευμένος σ’ αυτό εργάτης με το λιθάρι, ένα λαξευμένο ημικύλινδρο μήκους ως και 100 εκ. και διαμέτρου ως και 80 εκ. Στην ίσια πλευρά του κυλίνδρου υπήρχαν σκαμμένες χούφτες για να μπορούν να το πιάνουν τα χέρια, ώστε να τον κινούν πάνω σε μια ίσια μεγάλη πέτρα και να συνθλίβουν το βελανίδι. ‘Αλλοτε το λιθάρι ήταν στρογγυλό σαν διωγκωμένη σφαίρα και σε δυό οπές του αρμοζόταν στέρεα ξύλα – όπως ακριβώς και στο παραδοσιακό λιοτρίβι – τα οποία έδραχνε ο εργάτης για να τρίψει το βελανίδι. Σε κάποια από τα βραχωρίτικα βυρσοδεψεία το σύστημα αυτό (πλάκα και λίθος) αποτελούνταν από μάρμαρο. Για την προμήθεια του βελανιδιού περιττεύει ο λόγος. Η λογγωμένη ενδοχώρα και κυρίως οι βελανιδιές του Ξηρομέρου έδιναν αφειδώλευτα πλούσια την πρώτη ύλη.

Το τριμμένο βελανίδι διαλύεται, όπως αναφέραμε, σε ζεστό νερό μέσα σε λίμπες για να βγάλει την τανίνη. Στο διάλυμα αυτό, αφού κρυώσει, βάζει ο βυρσοδέψης ένα-ένα τα δέρματα τυλίγοντάς τα κυλινδρικά για να κλείσει μέσα το φαί – το δεψικό υλικό – Το τάισμα αυτό το επαναλαμβάνει επί εφταήμερο και την όγδοη μέρα τα ξεζουμίζει πιέζοντας τα και ξύνοντας τα στο καβαλέτο για να βγάλουν το περίσσευμα από το πρώτο τάισμα. Γιατί επακολουθεί και δεύτερο τάισμα στις λίμπες για επταήμερο μέχρι να «αργαστούν’ τα δέρματα» να απορροφήσουν δηλ. ικανοποιητική ποσότητα τανίνης, διότι διαφορετικά υπόκεινται εύκολα σε καταστροφή.

Τον αδυνατισμένο πολτό των τριμμένων βελανιδιών πωλούν ή διαθέτουν οι βυρσοδέψες στο κεραμιδαριό της πόλης για να ταΐζουν τα καμίνια ή στους γεωργούς για λίπασμα των χωραφιών.

Η δέψη ολοκληρώνεται με το ξέπλυμα, το στράγγισμα των δερμάτων, το λάδωμα με ελαιόλαδο από την έξω όψη και το στέγνωμα στις κρεμάλες ώσπου να κερώσουν. Τα δέρματα έτσι είναι ημικατεργασμένα. Η διαλογή των δερμάτων σε ποιότητες και κατηγορίες είναι το προστάδιο της μετάδεψης. Στην πρώτη ποιότητα κατατάσσονται τα δέρματα χωρίς ελαττώματα (εκδορές, λεκέδες). Τα δέρματα αυτής της ποιότητας συνήθως παραμένουν άβαφα στο φυσικό τους χρώμα. Τα δέρματα δεύτερης ποιότητας βάφονται σε ανοικτά χρώματα (κόκκινα, κίτρινα, πράσινα), ενώ τα τρίτης κατηγορίας βάφονται μαύρα.

Γ’ Η μετάδεψη. Σ’ αυτό το στάδιο τα δέρματα παίρνουν την τελική τους μορφή ανάλογα με τη ζήτηση της αγοράς. Για τον καλλωπισμό του δέρματος και την τέχνη της βαφής τους κάθε περιοχή είχε τα μυστικά της (βλ. κεφ. α). Στο Βραχώρι του μεσοπολέμου δε χρησιμοποιούνται φυτικές βαφές, όπως παλιότερα. Αγοράζουν οι βυρσοδέψες τις χημικές βαφές από το κατάστημα του Χρυσικού.

Τα δέρματα που επρόκειτο να βαφούν τα μαλάκωναν σε ελαφρό μίγμα τανίνης και στη συνέχεια περνούσαν από αραιό διάλυμα καραμπογιάς που αποτελούσε τη βάση της βαφής. Αφού στεγνώσουν στις κρεμάλες υπόκεινται στη διαδικασία της ντονατέλλας (μια στομωμένη λάμα από σίδηρο) και μετά περνά ο βυρσοδέψης με τον τρόπο που προαναφέραμε το πρώτο και το δεύτερο χέρι της βαφής.6 Το βυρσοδεψείο είναι συνήθως διώροφο κτίριο. Στο κάτω πάτωμα γίνεται η υγρή δουλειά. Η προκαταρτική κατεργασία και η δέψη. Εκεί βρίσκονται οι λίμπες, οι βαρέλες και τα καβαλέτα, η στέρνα ή το πηγάδι, οι ασβεστόλακκοι. Οι οργανωμένοι βυρσοδέψες το χώριζαν σε ζώνες. Σε μια βρίσκεται η στέρνα με τα νερά. Σε άλλη τα ξύλινα σκαφίδια για την επεξεργασία των δερμάτων με τα περιττώματα των σκύλων. Ας ξαναθυμήσουμε ότι σε αύτή τη φάση τα δέρματα δουλεύονται με τα πόδια.7 Σε μια άλλη ζώνη βρίσκονται στη σειρά οι λίμπες για τη δέψη. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά σαν πολεμίστρες. «Υγρασία, γλίτσα και μισόφωτο. Και βρώμα, μυρωδιά βαρειά.»

Το πάνω πάτωμα είχε εξοχή με μεγάλα ολοφώτεινα παράθυρα. Εδώ γινόταν η στεγνή δουλειά. Η τελειοποίηση και η συσκευασία. Εκεί βρίσκονταν οι πάγκοι για το στρώσιμο των πετσιών, οι κρεμάλες για το στέγνωμα και το κέρωμά τους. Το πάνω πάτωμα ήταν φωτεινό, καθαρό και είχε την ευχάριστη μυρωδιά του αργασμενου δέρματος. Χρησίμευε και ως κατοικία του βυρσοδέψη.8

Κάθε βυρσοδεψείο ένας μικρόκοσμος με την εργατιά και τις οικογένειες των αφεντάδων, αλλά και το γύρω κόσμο πού έτρεχε στις στάνες για δέρματα, στους δρυμώνες για βελανίδια, στις ασβεσταριές, στα σοκάκκια για το «σαμμά», τόσο απαραίτητο για την κατεργασία. Την τελευταία δουλειά την έκαναν περιθωριακοί τύποι της πόλης που έβγαζαν έτσι το ψωμί τους.

Η λαίλαπα του β’ παγκοσμίου πολέμου δημιούργησε πολλές ανακατατάξεις και στον επαγγελματικό κόσμο της πόλης του Αγρίνιου. Εξάλλου λόγοι υγιεινής επέβαλλαν τη μετακίνηση των βυρσοδεψείων εκτός πόλης. Έτσι τα περισσότερα ταμπάκικα έπαψαν να λειτουργούν μετά τον πόλεμο και όσα επιβίωσαν (αδελφοί Μητρονίκα, Αλεξόπουλοι) μετατοπίστηκαν στα Ρουσέικα.

Παρά τα υποτυπώδη μέσα και χωρίς μηχανική υποστήριξη και απαιτήσεις ανταγωνιστικότητας, τα βυρσοδεψεία του Μεσοπολέμου στο Αγρίνιο, εύγλωττο παράδειγμα βιοτεχνικής – οικοτεχνικής μονάδας, αποτυπώνουν γενικότερα με τη λειτουργία τους το οικονομικό φάσμα στον τόπο μας. Οι προϋπάρχοντες οικονομικοί πόροι (κτηνοτροφία, νερό, αλάτι, βελανίδι), οι σφυγμοί της τοπικής και της εξωτερικής αγοράς, η προσφορά εργασίας, η αυτοκατανάλωση, η συμπληρωμαπκότητα επαγγελματικών δραστηριοτήτων, κυρίως το δίδυμο βιοτέχνη-εμπόρου είναι παράγοντες που επηρέασαν αποφασιστικά την πραγμάτωση αυτού του εγχειρήματος.

Υπομνηματισμοί:

1.Γερ. Παπατρέχα, Ιστορία του Αγρίνιου, Αγρίνιο 1991, σ. 374. Ελ. Γιαννακοπούλου, Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού στο Βραχώρι, (τέλη 18ου -μέσα 20ου αι). Ανακοίνωση στο Συνέδριο του Πανεπιστημίου Αγρίνιου (23-9-2000).
2. Γ. Β. Δερτιλή, Κ. Κωστή, Εκσυγχρονισμός και βιομηχανική επανάσταση στα Βαλκάνια τον 19ο αιώνα, Αθήνα 1980. Χρ. Χατζηιωσήφ, Η γηραιά σελήνη. Η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία, 1830-1940, Αθήνα 1993.
3. Ζαρκά, Η προβιομηχανική βυρσοδεψία στην Ελλάδα, όπ. π., σ. 7
4.Αγριαντώνη, Ηβυραοδεψική βιομηχανία στηνΕλλάδα, (1830-1940),στο «Προβιομηχανική βυρσοδεψία στηνΕλλάδα» όπ. π. σ. 48.
5. Για τα βυρσοδεψεία της Σάμου: Δημ. Κροκίδη, Η παραδοσιακή βιομηχανία της βυρσοδεψίας στα Καρλοβάσια Σάμου, Πρακτικά Συνεδρίου «Η Σάμος από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα», Αθήνα 1997, τομ. 2, σσ. 43-67.
6.Για τις τεχνικές αυτή την εποχή σ’όλη την Ελλάδα, Ζαρκά, Η προβιομηχανική βυρσοδεψία, όπ. π. σσ. 17-30.
7.Ζαρκά, Προβιομηχανική βυρσοδεψία όπ. π. σσ. 12-13.
8.Δ. Χατζή, Το τέλος της μικρής μας πόλης, Αθήνα 1974, σσ. 7-8. Κ Καλατζή, Το ταμπάκικο, Οκτώ διηγήματα, Αθήνα 1992, σ. 20.

0 Comments

Leave a Comment

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password