• Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο-Του Μάρκου Γκιόλια

    Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο-Του Μάρκου Γκιόλια

  • Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο-Του Μάρκου Γκιόλια

    Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο-Του Μάρκου Γκιόλια

  • Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο-Του Μάρκου Γκιόλια

    Οι απαρχές του Νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο-Του Μάρκου Γκιόλια

Οι ρίζες του νεοελληνικού θεάτρου ιχνηλατούνται στο Αγρίνιο κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του ΙΘ αιώνα. Είναι η εποχή που σημειώνονται στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας κάποιες αστικές διαφοροποιήσεις κι ανακατατάξεις. Συντελείται βαθμιαία μια κοινωνική κινητικότητα. Και το θέατρο προηγείται πάντοτε στην καταγραφή των σχετικών μηνυμάτων κι αλλαγών στο κοινωνικό υπόστρωμα. Είναι ο πιο ευαίσθητος σεισμογράφος των διαταράξεων στο υπέδαφος του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Το θέατρο ως πνευματική λειτουργία απαιτεί συνεργασία και σύμπραξη των αναπτυγμένων στοιχείων της κοινωνίας. Προϋποθέτει μ’ άλλα λόγια μια συλλογική συνείδηση νια τη συγκρότηση κι εκτέλεση θεατρικών παραστάσεων. Αλλά η ενέργεια αυτή δεν είναι αυθαίρετη. Συναρτάται με τους υλικούς όρους της κοινωνίας και τα πνευματικά ενδιαφέροντα των ατόμων που δρουν με τέτοια σκοποθεσία. Κι όλα αυτά μπορούν να γίνουν πράξη μόνο σε μια τουλάχιστον «εν δυνάμει» αφυπνιζόμενη κοινωνία.

Η γέννηση του θεάτρου θεωρείται ως τεκμήριο της αναπτυξιακής δυναμικής μιας τοπικής κοινωνίας, έστω κι αν αυτή βρίσκεται ακόμα στην αφετηρία της χειραγώγησης της, όπως το Αγρίνιο. Το θέατρο παρουσιάζεται ως προπομπός των τάσεων και ανησυχιών της. Είναι ο καθρέφτης μιας εκκολαπτόμενης και διαμορφούμενης κοινωνικής ψυχολογίας. Τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, που ασχολούνται με τις νέες οικονομικές κι επαγγελματικές δραστηριότητες, δεν αρκούνται πλέον στην απόκτηση ή συσσώρευση υλικού πλούτου. Διεκδικούν και την παρουσία τους στο χώρο των πολιτιστικών λειτουργιών.

Με την ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών και του εμπορίου, ύστερα από το 1880, εμφανίζονται στην κοινωνία του Αγρινίου και τα πρώτα σπέρματα των θεατρικών ανησυχιών και επιδόσεων. Οι αλλαγές στις νοοτροπίες, στα γούστα και τα ενδιαφέροντα εκδηλώνονται ή καταγράφονται σε διάφορα επίπεδα, έστω και μ’ εμπειρικό ή αυτοσχέδιο τρόπο. Μαζί με τα νέα οικονομικοκοινωνικά δεδομένα αλλάζουν και οι αισθητικές πεποιθήσεις και προτιμήσεις σε ορισμένες προηγμένες ομάδες της τοπικής κοινωνίας: στους εμπόρους, στους επιστήμονες, στους φοιτητές, στον τύπο, ακόμα και σε κάποιους ημερομίσθιους εργαζόμενους. Τα πράγματα δεν είναι ποτέ στατικά στον ζωντανό οργανισμό της κοινωνίας. Εξελίσσονται κι όταν ακόμα φαίνονται ασάλευτα ή ακίνητα. Η κίνηση είναι νόμος που διέπει καθολικά τους κοινωνικούς οργανισμούς στην ιστορία. Και η αγρινιώτικη κοινωνία δεν θα μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση. Ήδη η οργάνωση παραστάσεων του νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη γι’ αυτό. Είναι βεβαίως άλλο ζήτημα ο χαμηλός ή υψηλός βαθμός ανάπτυξης των πνευματικών λειτουργιών σε μια τοπική κοινωνία. Αυτό εξαρτάται από άλλους παράγοντες.

Οι πρώτες παραστάσεις νεοελληνικού θεάτρου οργανώνονται στο Αγρίνιο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1880. Συμπίπτουν με την απαρχή των εξαστικών διεργασιών, που συντελούνται στην τοπική οικονομία και κοινωνία. Δεν αποκλείεται όμως ν’ ανεβάλονταν κάποια θεατρικά έργα και λίγο πρωτύτερα, αλλά δεν υπάρχουν ή λανθάνουν οι σχετικές ιστορικές μαρτυρίες. Μια είδηση στον τοπικό τύπο, τον Οκτώβριο του 1889, μιλάει για την ύπαρξη και τη λειτουργία οργανωμένου «Μιμοδραματικού θιάσου» στην πόλη, πριν απ’ αυτή τη χρονολογία. Επανορθώνοντας κάποια προηγούμενη δημοσιογραφική αδικία σε βάρος του θιά­σου, αναφέρει μεταξύ άλλων η εφημερίδα: «Οφείλομεν κατά δημοσιογραφικόν καθήκον να επανορθώσωμεν μίαν μικράν αδικίαν δια τον ενταύθα Μιμοδραματικόν θίασον. Εν τινί των προηγουμένων φύλλων μας εν ταις εντυπώσεσί μας, επήλθομεν κατ’ αυτού δριμείς, δια τονλόγον ότι πολλοί πολλά εξεφράσαντο παράπονα».1 Σε άλλες περιπτώσεις ο θίασος αναφέρεται ως «θεατρικός Σύλλογος».

Ο συντάκτης της εφημερίδας, αν και δεν μένει πλήρως ικανοποιημένος, γράφει σχετικά: «Αλλ’ ημείς παρευρεθέντες εν μια των παραστάσεων του εσχάτως, αν και δεν απεκομίσαμεν πολύ καλάς εντυπώσεις, δια τας εντυπώσεις μας, ουδέν ήττον ετέρφθημεν μεγάλως εκ της ευθυμίας του λαού. Από όλους καλλίτερα το μέρος της κάμνει η μικρά Ελένη, αν και δεν κάμνη μεγάλα πράγματα. Τα τραγουδάκια της τα λέγει τόσον νόστιμα, όσον δύναται να τα ειπή ένα κοριτσάκι δώδεκα ετών. Οι στίχοι του ορφανού του Παράσχου εξέρχονται περιπαθέστατοι εκ των μικρών χειλέων της».2 Η μικρή Ελένη αυτοαναγγέλλεται στη σκηνή με τούτα τα λόγια: «Εις τον προ­θάλαμο σας περίλυπο εμβαίνω…». Αρχίζει το ρόλο της «αγάλια-αγάλια», σημειώνει ο συντάκτης: «Και εφ’ όσον προχωρεί, η φωνή της καθίσταται λιγυρωτέρα, περιπαθεστέρα». Και αναφέρει τον απαγγελόμενο στίχο:

«Της μοίρας αποπαίδι σαν φθινοπώρου φύλλο», που «αν δεν κάμνη τους ακροατάς της να κλαίωσι, τους συγκινεί όμως πολύ. Αλλ’ η συγκίνησις αφίπταται ταχύτερον βέλους, διότι η μικρά Ελένη αλλάσσει ευθύς σκοπόν. Αρχίζει το κρασάκι της, ή άλλο τι ευθυμώτερον τραγουδάκι, ως π.χ. την «χώρα» του Ραγκαβή».3 Για το έργο και τον συγγραφέα του η εφημερίδα δεν κάνει καμιά μνεία. Είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για κάποια κωμωδία ή μάλλον για κωμειδύλλιο, αν κρίνει κανείς από την αναφορά στην «ευθυμίαν» και τα «δάκρυα» που προκαλεί στους θεατές. Αξιοσημείωτο είναι πως το κοινό του Αγρινίου παρακολουθεί τις παραστάσεις του θιάσου, που δεν είναι μία, αλλά περισσότερες. Και νιώθει μάλιστα ενθουσιασμένο απ’ αυτές. Διατυπώνει ακόμα και σχόλια. Ενδεικτικές είναι επίσης και οι αναφορές του συντάκτη στα εμβόλιμα «τραγουδάκια» του Παράσχου και του Ραγκαβή. Ο «Μιμοδραματικός θίασος» Αγρινίου, δημιούργημα της τοπικής κοινωνίας και των ανθρώπων της εποχής, εξακολουθεί να οργανώνει θεατρικές παραστάσεις σε όλη σχεδόν την τελευταία δεκαετία του Ιθ’ αιώνα. Βαθμιαία δημιουργεί στην πόλη θεατρική παράδοση, που η συνέχεια της δεν κόβεται στα μετέπειτα χρόνια. Οι «ηθοποιοί» που παίζουν τα έργα είναι ντόπιοι Αγρινιώτες, κυρίως φοιτητές, αλλά και διάφοροι εργαζόμενοι κι επαγγελματίες. Τον θίασο απαρτίζουν μόνον άνδρες, που υποδύονται και τους γυναικείους ρόλους των έργων. Σε κανένα από τα έργα που ανεβάζει ο θίασος δεν αναφέρεται η συμμετοχή γυναίκας. Σε όλα πρωταγωνιστούν άνδρες. Τα ήθη και τα έθιμα της τοπικής κοινωνίας είναι ακόμα αυστηρά και απαγορευτικά για την παρουσία γυναικών σε ερμηνείες θεατρικών ρόλων. Οι γυναίκες που παίζουν ή υποδύονται πρόσωπα στο θέατρο, θεωρούνται «ελαφρών» ή «ελευθέρων ηθών». Η κοινή δράση ανδρών και γυναικών στη σκηνή αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική ως ανεπίτρεπτος συναγελασμός. Και οι αντιλήψεις αυτές δεν επικρατούν μόνο στο Αγρίνιο. Κυριαρχούν και σε άλλες επαρχιακές πόλεις, όπου πρωτοεμφανίζονται και λειτουργούν θίασοι του νεοελληνικού θεάτρου. Μέσα σε δύο χρόνια ο «Μιμοδραματικός θίασος» ξεπερνάει πολλές δυσκολίες και κυρίως κερδίζει τη μάχη για την εκτίμηση του αγρινιώτικου κοινού. Μέχρι το τέλος του έτους 1890 ανεβάζει διάφορες κωμωδίες, χρησιμοποιώντας αρχικώς ως αίθουσα παραστάσεων το ζαχαροπλαστείον Ρόκου στην κεντρική Πλατεία Μπέλλου. Στον ίδιο χώρο παίζουν και αθηναϊκοί θίασοι όταν επισκέπτονται την πόλη, όπως του Νικ. Λεκατσά4 το 1889 και του Αχιλ. Ατέση5 το 1890. Το ζαχαροπλαστείο εκείνο υπήρξε ο πρώτος χώρος παραστάσεων του νεοελληνικού θεάτρου στο Αγρίνιο. Ο τοπικός θίασος σημειώνει αξιόλογες επιτυχίες για τα δεδομένα του καιρού. Είναι ήδη ένας εκπολιτιστικός λαμπαδη­φόρος για την πόλη: «Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο», θα μπο­ρούσε να ειπεί κανείς, παραλλάσοντας νοηματικά το σολωμικό στίχο. Κατά τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου του 1891, ο θίασος ανεβάζει την τραγωδία «Αθανάσιος Διάκος», που τυπώνεται το 1859 στην Αθήνα χωρίς ν’ αναφέρεται ο συγγραφέας της.6 Η παράσταση οργανώνεται αυτή τη φορά νια αλτρουιστικούς σκοπούς. Ο θίασος ανακοινώνει ότι οι εισπράξεις «θα διατεθώσιν υπέρ των πτωχών της πόλεως». Η τυπωμένη και δημοσιευμένη ανακοίνωση του θιάσου έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό. Προσέρχεται πολύς κόσμος, που πληρώνει με προθυμία το εισιτήριο του για την ενίσχυση του θιάσου και το σκοπό της παράστασης. Σημειώνεται πως οι υπεύθυνοι του θιάσου κόβουν εισιτήριο και στις άλλες παραστάσεις κι όχι μόνον σ’ αυτή.

Ο ενθουσιασμός του κοινού είναι συγκινητικός κατά την προσέλευση του, γράφει η τοπική εφημερίδα: «Την τόσον ευεργετικήν παράστασιν ετίμησαν πάμπολλοι οικογένειαι της ανωτέρας τάξεως, πρωτοφανές φαινόμενον, ‘Απασαι αϊ αρχαί και όλος ο άλλος κόσμος, ελκόμενος υπό των προγραμμάτων, αγγελιών και του σκοπού της παραστάσεως προσήλθαν εις αυτήν».7 Η πόλη μοιάζει να ξυπνάει από την αδιαφορία και το πνευματικό τέλμα των παλαιών γαιοκτημόνων της.

Β’

Η παράσταση της τραγωδίας «Αθανάσιος· Διάκος» γίνεται στην αίθουσα του Παρθεναγωγείου της πόλης. Ο τρόπος της οργάνωσης είναι άψογος από κάθε πλευρά. Οι υπεύθυνοι του θιάσου διαμορφώνουν ειδικά την αίθουσα, στήνουν σκηνή, κατασκευάζουν αυλαία, δημιουργούν τον απαραίτητο φωτισμό, φέρουν ορχήστρα, αγοράζουν καθίσματα, προμηθεύονται ή παραγγέλλουν τις κατάλληλες στολές, κάνουν πρόβες. Η αίθουσα παίρνει τέτοια όψη, που δείχνει να είναι πραγματικό θέατρο.

Οι προετοιμασίες τους διαρκούν για πολλές ημέρες. Οι υπεύθυνοι του θιάσου δεν φείδονται κόπους και θυσιών για το άρτιο ανέβασμα του έργου. Εργάζονται όχι μό­νο πνευματικά για την εκμάθηση των ρόλων τους, αλλά και χειρωνακτικά. Κι αυτό το γνώριζε ο συντάκτης, σημειώνοντας πως οι υπεύθυνοι «εκοπίασαν επί εβδομάδας ίνα διασκεδάσουν ημάς τους Βραχωρίτας».8 Και δεν παρέλειπε ο ίδιος να χαρακτηρίσει γενικότερα ως «ευεργετικόν τον Σύλλογον» νια την πόλη. Παράλληλα οι υπεύθυνοι του θιάσου τυπώνουν εισιτήρια κι αριθμούν τα 250 καθίσματα ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των θεατών, σε πρώτης και δεύτερης θέσης. Τα εισιτήρια της πρώτης θέσης έχουν 1,50 δρχ. το καθένα, ενώ της δεύτερης κάτω της μιας δραχμής. Τελικώς ο θίασος εισπράττει το σημαντικό ποσό νια την εποχή των 328 δραχμών. Απ’ αυτές οι 92 περίπου δραχμές καλύπτουν τα έξοδα της παράστασης και οι υπόλοιπες διατίθενται για το σκοπό της οργάνωσης της.

Όλα αυτά έχουν σημασία γιατί καταδεικνύουν όχι μόνο την πρακτική δουλειά των μελών του θιάσου. Φανερώνουν και την εμπειρία τους στην οργάνωση και τη λειτουργία της θεατρικής σκηνής. Μέλη του θιάσου υποδέχονταν με ευγένεια τους θεατές και τους τοποθετούσαν στις θέσεις τους, σύμφωνα με τους αριθμούς των εισιτηρίων: «Περιεποιούντο τους εισερχόμενους, δείξαντες προσέτι φιλοκαλίαν ως προς την τοποθέτησιν των καθισμάτων, κάδρων, σημαιών κ.λπ., τα οποία όλα αναπολούν αθηναϊκά θέατρα».9 Με το καθήκον της υποδοχής των θεατών ήταν επιφορτισμένα τρία μέλη του θιάσου: ο Βασίλειος Παπαγιάννης, ο Χρήστος Μπέλλος κι ο Εμμ. Τρίγωνης, «κάλλιστος φοιτητής της Νομικής»,10 καθώς αναφέρει για τον τελευταίο η ιστορική πηγή. Οι αυτοσχέδιοι «ηθοποιοί» δίνουν στην παράσταση τον καλύτερο εαυτό τους, ψυχώνουν τους ρόλους τους με μεγάλη επι­τυχία. Είναι όλοι Αγρινιώτες, μερικοί γνωστοί μετέπειτα ως επιστήμονες. Τον ρόλο του μαρτυρικού ήρωα της εθνικής παλιγγενεσίας Αθανασίου Διάκου υποδύεται ο δάσκαλος Κων. Γεωργιάδης. Πρόκειται για ένα ταλαντούχο πρόσωπο, που παίζει σε όλες τις παραστάσεις και είναι κατά κάποιο τρόπο η ψυχή του θιάσου. Φαίνεται μάλιστα ότι αυτός συγκεντρώνει τους φοιτητές και κάποια άλλα πρόσωπα και συγκροτούν τον πρώτο πυρήνα του τοπικού θιάσου.

Τον ρόλο του πασά Ομέρ Βρυώνη, στρατηγού του σουλτάνου κατά την επανάσταση του Εικοσιένα, ερμηνεύει ο Νικ. Πολυχρονόπουλος, επίλεκτο μέλος κι αυτός του θιάσου. Τον άγριο και ανάλγητο Χασάναγα, υπασπιστή του Ομέρ Βρυώνη, υποδύεται ο Νικόλαος Δημάδης. Δεν είναι άλλος από τον αδερφό του κατοπινού ποιητή και πεζογράφου Κώστα Δημάδη, μιας από τις σημαντικές πνευματικές προσωπικότητες της πόλης, που αργότερα μετεκπαιδεύεται ως γιατρός στο Παρίσι, μεταφέροντας και στο Αγρίνιο τον «αέρα» του Ευρωπαίου. Κόρη αυτού του Δημάδη, που οι οικογενειακές του ρίζες ανακρατούσαν από τον Τούρναβο της Ηπείρου,” ήταν η κατοπινή ηρωίδα της Εθνικής Αντίστασης, η Μαρία Δημάδη. Ο υποκριτικός λόγος του Χασάναγα μεταφέρει την αγριότητα του δυνάστη στο διάλογο με τη μητέρα του ήρωα: «Ο Διάκος προκαλεί μη θέλων να τουρκεύση». Τον ρόλο του Αναστάσιου, γραμματέα του πασά, υποκρίνεται ο Δημ. Παπασούλος ή Χαλικιώτης, μ’ εξίσου πειστικό τρόπο. Στους ρόλους των στρατιωτών, υπηρετών και δημίων παίζουν οι Αρ. Δαγκλής, θ. θεοφανίδης, Χρήστος Μπέλλος, Εμμ. Τρυγώνης, Βασ. Παπαγιάννης και κάποια άλλα πρόσωπα, επαγγελματίες ή εργαζόμενοι νέοι της πόλης, που τα ονόματα τους δεν είναι γνωστά.

Ακολουθούν τέλος οι δύο τραγικές φιγούρες του έργου, η Μαρία και η Ελένη, μητέρα και αδερφή του Διάκου αντιστοίχως. Τον ρόλο της μητέρας του ήρωα υποδύεται ο Ιωάννης Φαρμάκης, από τα στελέχη επίσης του θιάσου. Η σύγκρουση της τραγικής μάνας με τους εκπροσώπους της εξουσίας του δυνάστη, ο σπαρακτικός θρήνος για το γιο της, οι διάλογοι με την κόρη της, όλα αυτά συντελούνται μπροστά στα μάτια του κοινού. Συγχρόνως ο ήρωας διαλογίζεται την τύχη της μητέρας του μετά τον θάνατο του: «Φτωχή, κακογεράματη, μην έρθει η ώρα για ψωμί το χέρι της ν’ απλώση».

Η αδερφή του Διάκου, η Ελένη, παρουσιάζεται στο έργο «με ανδρικόν ένδυμα και υπό το πλαστόν όνομα Δήμος». Η ίδια εξηγεί το λόγο: «Δήμον με ονομάζουσιν, επώνυμον δεν έχω». Τον ρόλο της ερμηνεύει ο Απόστολος Μουστακόπουλος, που δεν είναι άλλος από τον κατοπινό διακεκριμένο νομομαθή, ανώτατο δικαστικό λειτουργό και συγγραφέα νομικών μελετών. Ο «ηθοποιός» μεταφέρει στη σκηνή το λόγο της Ελένης για το θάνατο του αδελφού της:

Ναι! εις ημάς οι τύραννοι

και την ταφήν αρνούνται,

συχνάκις δε τυμβωρυχούν

τους τάφους μας ως λύκοι.

Στο βάθος της σκηνής ακούγεται ο χορός της λεβεντιάς: «Ως· πότε παλληκάρια θα ζούμε στη σκλαβιά / μονάχοι σα λιοντάρια στους βράχους στα βουνά! Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή…». Η Ελένη ανασκιρτά σύψυχη και σύγκορμη. Στο τραγούδι των παλικαριών, που βροντοπατουνε τα βουνά, αναγνωρίζει τη συνέχεια της φωνής του αδερφού της, λέγοντας προς τη μητέρα της: «Είναι η φωνή του Διάκου μας! Ο Διάκος ζη ακόμη». Το επικό τραγούδι των παλικαριών, όπως και τα περιπαθή μοιρολόγια των γυναικών, συνοδεύει η ορχήστρα του θιάσου, που δυστυχώς τα μέλη της παραμένουν κι αυτά άγνωστα. Το κοινό παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Δοκιμάζει ρίνη συγκίνησης από το εκτυλισσόμενο δράμα. Οι «παριστάνοντες (ηθοποιοί) κατεχειροκροτούντο αδιακόπως υπό του ενθουσιώντας πλήθους», έγραφε η εφημερίδα. Και συνέχιζε η ίδια: «Η αναγγελθείσα παράστασις του «Αθανασίου Διάκου» παρεστάθη την εσπέρα του Ευαγγελισμού μεθ’ όλης της απαιτουμένης θαυμαστής επιτυχίας».12 Οι θεατές που παρακολουθούν την παράσταση, αισθάνονται ευγνωμοσύνη προς το θίασο.

Ένας Αγρινιώτης πολίτης, με το ψευδώνυμο «Παρατηρητής», σε επιστολή του στον τοπικό Τύπο ευχαριστεί ονομαστικά έναν προς έναν τους ηθοποιούς. Και εύχεται να βρεθούν και άλλοι άξιοι «μιμητοί ίνα φαίνεται ότι ζη και θα ζήση η Ελλάς».13 Ένας άλλος πολίτης, με τα αρχικά Σ.Π., γράφει επίσης στον Τύπο, εξωτερικεύοντας τα αισθήματα του: «Συγχαίρομεν τους φιλόμουσους νέους, οίτινες ανεδέχθησαν το μέγα φορτίον της ευεργετικής παραστάσεως. Και ευχόμεθα όπως και εις το εξής εξακολουθήσωσι το τοιούτον ευεργετικόν έργον δια την πάλιν».14

Ύστερα από τον «Αθανάσιο Διάκο», ο θίασος ανεβάζει την κωμωδία του Γεωργίου Σουρή «Δεν έχεις τα προσόντα», που λίγα χρόνια πριν παίζεται στ’ αθηναϊκά θέατρα. Τα πρόσωπα υποκρίνονται «μετά θαυμάσιας επιτυχίας» οι Κων. Γεωργιάδης, Ιω. Φαρμάκης και Βασ. Παπαγιάννης. Το κοινό της πόλης τιμάει επίσης την παράσταση. Σχετική είναι και η δημοσιογραφική είδηση: «Το δράμα επηκολούθησεν η ανεκτίμητος κωμωδία “Δεν έχεις τα Προσόντα”, αξίζουσα όσο να είπη κανείς, αρκεί που ήτο του Σουρή, του μεγάλου κωμικού μας».15

Η κωμωδία είναι μια έξυπνη πολιτική και κοινωνική σάτιρα της εποχής. Ο ποιητής σατιρίζει τη ρουσφετολογική συναλλαγή των πολιτικών, που και σήμερα ταλαιπωρεί την ελληνική κοινωνία. Μέσα από την παροχή κι αντιπαροχή του ρουσφετιού δημιουργούνται οι πελατειακές πολιτικές σχέσεις, που παραμορφώνουν τον δημόσιο βίο και καταστρατηγούν τη συνταγματική ισότητα των Ελλήνων. Τα αιτήματα του πολίτη, που δεν είναι ενταγμένος στη λογική λειτουργία του ρουσφετιού, μένουν ανεκπλήρωτα. Απορρίπτονται με την υποκριτική δικαιολογία του ρουσφετοδότη:

Ο θίασος συνεχίζει με ζήλο την οργάνωση θεατρικών παραστάσεων στην πόλη. Τον Απρίλιο του 1891, ημέρα της γιορτής του Λαζάρου, ανεβάζει το δραματικό έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Η κυρά Φροσύνη». Ο τοπικός τύπος αναγγέλει την παράσταση: «Μετά ανυπόκριτου χαράς αγγέλλομεν ότι ο σύλλογος· […] θα δώση αύριον τη εσπέρα του Λαζάρου ετέραν ευεργετικήν παράστασιν εν τω Παρθεναγωγείω. θα παρασταθή «Η Κυρά Φροσύνη» του αειμνήστου Βαλαωρίτου, ήτις εκρίθη ευμενέστατα υπό των Ευρωπαίων και ήτις απηθανάτισε τον ποιητήν».16 Η επιτυχία της παράστασης θεωρείται και σε τούτη την περίπτωση δεδομένη. Ο τοπικός Τύπος προεξοφλεί την προσέλευση πολλού κόσμου:

Ορκίζομαι εις τον θεόν,

τον πανταχού παρόντα,

ότι αυτός παντάπασιν

δεν έχει τα προσόντα.

«Η συρροή του πλήθους εις την παράστασιν προμηνύεται μεγίστη, διότι θέλει να ίδη (ακούσει) τους ταναούς και απαράμιλλους στίχους του Βαλαωρίτου. Το δράμα θ’ ακολουθήση ως κωμωδία ο θαυμάσιος και πολύκροτος μονόλογος “Όποιος φυλάει τα ρούχα του”». Η εφημερίδα δικαιώνεται στην πρόβλεψη της για τη μαζική προσέλευση των θεατών. Τα πρόσωπα του έργου ζωντανεύουν όλα στη σκηνή: Ο Αλή πασάς, ο Ταχήρ, ο Μουχτάρ, η Φροσύνη, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, ο καπετάν Δράκος. Οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν το έργο είναι οι ίδιοι στους κύριους ρόλους. Η σκηνή ανοίγει με τη γνωστή υποβλητική εικόνα του ποιητή για την πόλη των Ιωαννίνων:

Επέσανε τα Γιάννενα σιγά να κοιμηθούνε,

εσβύσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.

Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθειά στην αγκαλιά της,

γιάτ’ είναι χρόνοι δύστυχοι και τρέμει μη το χάση.

Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.

Ο ύπνος είναι θάνατος, και μνήμα το κρεββάτι,

κι χώρα κοιμητήριο, κι η νύχτα ρημοκλήσι. 17

Γ

Πριν από την παράσταση του βαλαωριτικού δράματος «Η Κυρά Φροσύνη», οι υπεύθυνοι του θιάσου είχαν άλλο έργο στο ρεπερτόριο τους. Προετοιμάζονταν ν’ ανεβάσουν την κωμωδία του Σουρή «Η περιφέρεια». Άλλαξαν όμως πρόγραμμα, ύστερα από υποδείξεις λογίων της πόλης να προηγηθεί η «Κυρά Φροσύνη» και ν’ ακολουθήσει η κωμωδία: «Ενέδωσαν προς τούτο εις τας παρακλήσεις πολλών λογίων μας»18, έγραφε τοπική εφημερίδα. Και πραγματικά ο θίασος τήρησε αυτή τη σειρά.

Ποιοί όμως ήταν αυτοί οι λόγιοι και μάλιστα «πολλοί» στο Αγρίνιο; Καταρχήν τη χρονιά αυτή εγκαθίσταται ως δικηγόρος στην πόλη ο Κώστας Χατζόπουλος19, γνω­στός ήδη ως ποιητής από τις δημοσιεύσεις του. Παράλληλα υπάρχουν ο συνομήλι­κος του Αθανάσιος Γεράκης20, μετέπειτα σκηνοθέτης και θεατρογράφος, ο τοπικός ιστορικός συγγραφέας Θεόδωρος Χαβέλλας, καθώς και οι εκκολαπτόμενοι νέοι λόγιοι: Κώστας Δημάδης και Δημ. Χατζόπουλος. Επίσης δρουν οι δημοσιογράφοι Γεώρ. Βλαχόπουλος, Ιωάννης Ρόκος, Τηλ. Μπέλλος, Παναγ. Ζωγράφος. Όλοι αυτοί μαζί με τα μέλη του τοπικού θιάσου δίνουν έναν εκπολιτιστικό τόνο και χρωματίζουν κατά κάποιο τρόπο το νεοσχηματιζόμενο πνευματικό πρόσωπο της πόλης. Η βοήθεια του νεαρού δικηγόρου Χατζόπουλου προς το θίασο πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ο ίδιος άλλωστε μετέχει πάντοτε σε κάθε εκπολιτιστική κί­νηση και αισθάνεται ιδιαίτερη αγάπη στο θέατρο. Γΐ’ αυτό κι αργότερα αναδεικνύεται ένας πραγματικός «θεατράνθρωπος».

Ένας τοπικός δημοσιογράφος, εκφράζοντας τις προτιμήσεις του θεατρόφιλου κοινού της πόλης, έγραφε προς τον θίασο: «θέλομεν να ίδωμεν την υφ’ υμών υποδειχθείσαν ετέραν θαυμασίαν κωμωδίαν του Σουρή “Η ευρεία Περιφέρεια “»21, γνωστή ήδη κι από την απήχηση της στα αθηναϊκά θέατρα. Η παράσταση της κω­μωδίας σημειώνει εξαιρετική επιτυχία, όπως και τα προηγούμενα έργα που ανεβάζει ο θίασος.

Η κωμωδία είναι μια τσουχτερή σάτιρα, ένας ηθικός θερμοκαυτήρας στα μηχανεύματα των πολιτικάντηδων για την πλαστογράφηση της λαϊκής θέλησης με τη «στενή» κι «ευρεία» εκλογική περιφέρεια. Το θέμα είναι διαχρονικό. Ο εκλογικός νόμος χρησιμοποιείται και σήμερα για τη νόθευση της πολιτικής ζωής του τόπου. Ο υποψήφιος βουλευτής, που τον ρόλο του ερμηνεύει ο Κων. Γεωργιάδης, υπόσχεται τα πάντα στους ψηφοφόρους της ελληνικής επαρχίας, επομένως και του Αγρινίου:

Παρακαλώ, τους ψήφους σας σ’ εμένα μόνον δότε

και όταν γίνω βουλευτής, θα πω πολλά τα έτη,

έξω η φτώχεια, βρε παιδιά, και κάθε σας σεκλέτι.

Ό,τι δουλειά ζητήσετε προθΰμως θα την κάνω.22

Ο θίασος κατακυρώνεται στην τοπική κοινωνία με την εκπολιτιστική του δράση. Σε λίγο προετοιμάζεται κι ανεβάζει το δράμα του Σπ. Βασιλειάδη «Γαλάτεια», που ο τοπικός Τύπος το χαρακτηρίζει ως «αριστούργημα απαράμιλλον». Γι αυτό και μ’ ενθουσιασμό συγχαίρει το θίασο για την απόφαση του και βεβαιώνει για την επιτυχία της παράστασης: «Ναι! επικροτούμεν το ρηθέν δράμα διότι θέλομεν να ίδωμεν τα μεγαλύτερα αισθήματα παλαίοντα. θα σας τιμήσωμεν όλοι».23

Η υπόθεση του δράματος εμπνέεται από το περίφημο δημοτικό τραγούδι της «Άπιστης Γυναίκας», που αρχίζει με τους στίχους:

«Άλλο δε μ’ εμάρανε μες στον απάνω κόσμο,

σαν τ’ άλογο το γλήγορο και τ’ άξιο το ζευγάρι».24

Ο ίδιος ο δραματογράφος αναφέρει σχετικά: «Επί του θαυμάσιου τούτου της δημώδους μούσης επυλλίου ίδρυσα τον εικονικόν μύθον της Γαλάτειας».25 Το δράμα απαρτίζεται από έξι πρόσωπα, που τους ρόλους υποκρίνονται προφανώς οι ίδιοι ηθοποιοί. Ασφαλώς ο θίασος δεν παρουσιάζει μόνον αυτά τα έργα στο αγρινιώτικο κοινό. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ανεβάζει την «Τύχη της Μαρούλας» του Κορομηλά, τη «Γκόλφω» του Περεσιάδη, τον «Υπηρέτη» του Αννινου και ίσως κάποια άλλα ακόμα. Την πρώτη όμως θέση στο ρεπερτόριο του κατέχει ο Σουρής. Είναι ο πιο δημοφιλής κι αγαπημένος. σατιρικός ποιητής, που τις κωμωδίες του παρακολουθεί με πολύ ενδιαφέρον το κοινό της εποχής.

Ο ελληνικότατος τύπος που πλάθει ο ποιητής, ο περίφημος Φασουλής, είναι το κεντρικό πρόσωπο σε πολλές κωμωδίες του: ο Φασουλής φιλόσοφος, πολιτικός, αρχιληστής, τσέλιγκας, χορευτής, αναπαραδιάρης· επίσης ο Φασουλής στον Άδη, στα χέρια του τσολιά, συνομιλητής του Τρικούπη και άλλες. Ο αγρινιώτικος «Μιμοδραματικός θίασος» παίζει αρκετές απ’ αυτές τις κωμωδίες ή τους σατιρικούς διάλογους.

Προς ψυχαγωγία του κοινού οργανώνει μάλιστα και ειδικές λαϊκές παραστάσεις, συνήθως τα Σαββατοκύριακα, στο καφενείο του Πάνου Μεταξά παρά την κεντρική πλατεία της πόλης. Σχετική είναι και μια ανακοίνωση του θιάσου, στις αρχές Ιουλίου του 1892: «Γνωστοποιούμεν εις το ενταύθα κοινόν, ότι εν τω υπό την οίκων Ευθ. Σταθοπούλου καφενείον του κ. Πάνου Μεταξά, παρά την μεγάλην πλατείαν, γίνονται καθ’ εσπέραν θεατρικοί παραστάσεις “Ο Φασουλής”.28 Ο θίασος εισπράττει μικρό μόνον αντίτιμον εισιτηρίου στις παραστάσεις αυτές. Παρόλα αυτά δεν λείπουν κάποια παρα­τράγουδα. Λίγους μήνες πρωτύτερα, την πρώτη Μαρτίου 1892, ο θίασος παίζει στον ίδιο χώρο άλλη κωμωδία. Μερικοί νταηδές προκαλούν επεισόδιο, θέλουν να μπουν με το ζόρι στην παράσταση χωρίς εισιτήριο, ενώ δυο χωροφύλακες έξω από την αίθουσα ανταλλάσσουν μεταξύ τους ηχηρά γρονθοκοπήματα. Αναστατώνεται ολόκληρο το κέντρο της πόλης για δυο ώρες, οπότε ματαιώνεται η παράσταση. Ο Τύπος καταγράφει το επεισόδιο: «Την 1η τρέχοντος μηνός εν τω Μιμοδραματικώ θεάτρω ερίσαντες οι χωροφύλακες Σικαδόπουλος και Τσερεπήσος ηρκέσθησαν εις απλά μόνον γρονθοκοπήματα. Ωσαύτως την ιδίαν εσπέραν τινές των ενταύθα νέων μας (βλάμηδες) επεθύμουν να εισέλθωσιν εν τω ανωτέρω θεάτρω απληρωτεί και μόλις και μετά βίας η διασαλευθείσα ησυχία μετά δίωρον κατωρθώθη να επανέλθη. Και όλοι αυτοί οι καυγάδες ήσαν δια τους δυστυχείς τους ηθοποιούς, οίτινες μεγάλως εζημιώθησαν το εσπέρας εκείνο».21

Το κοινό αγανακτεί από την έκταση των επεισοδίων, που εκθέτουν την ίδια την πόλη. Η τοπική εφημερίδα, εκφράζοντας τη γενικότερη λαϊκή απαίτηση, ζητεί την προστασία του θιάσου. Προτείνει στον υπεύθυνο προϊστάμενο της Αστυνομίας την τοποθέτηση φρουρού έξω από το θέατρο για την τήρηση της τάξης και την απρόσκοπτη λειτουργία του: «Αναγκαίον νομίζομεν, κ. Αστυνόμε, όπως θέσητε αστυνομικόν κλητήρα εν τω θεάτρω ως φρουρόν προς πρόληψιν παρομοίων σκηνών».27 Πίσω από την επιφάνεια όμως των γεγονότων υποκρύπτονται κάποιες βαθύτερες αιτίες. Η εκπολιτιστική δράση του θιάσου δεν έχει μόνο θαυμαστές μέσα στην πόλη. Έχει κι ορισμένους αντιπάλους, που δεν θέλουν τέτοιους «νεωτερισμούς». Είναι τα ίδια εκείνα στοιχεία που αντιμάχονται ακόμα και την έλευση του σιδηροδρόμου στο Αγρίνιο, όπως καταγγέλλει αργότερα ο Κώστας Χατζόπουλος. Και είναι νόμος της ιστορίας, η πρόοδος να προκαλεί αντιδράσεις.

Με τις βαθμιαίες αλλαγές στην κοινωνική ταξιθεσία της πόλης, τα παλιά γαιο-κτημονικά στρώματα αντιδρούν στις εξαστικές διαδικασίες του τοπικού γίγνεσθαι. Κι εδώ βρίσκεται η κοινωνιολογική αιτία των αντιθέσεων, που εκδηλώνονται σε όλα τα επίπεδα: από τις εκσυγχρονιστικές ανατροπές στην οικονομία ως τη λειτουργική εμφάνιση του θεάτρου· από τις παλιές νομοκαταστημένες αξίες ως τις καινούριες πολιτισμικές αναγνωρίσεις και κατακυρώσεις. Και αυτή η δια­δικασία της σύγκρουσης του παλιού με το καινούριο, του «Ναι» με το «Όχι», θα υπάρχει όσο και η ανθρώπινη κοινωνία. Απόδειξη για τις διάχυτες συντηρητικές πεποιθήσεις και νοοτροπίες απέναντι στο θέατρο είναι η στάση μερικών προς τον «θίασο Λεκατσά», που τον Ιούλιο του 1889 επισκέπτεται την πόλη. Πολλοί «επαινώσι τον αφιχθέντα θίασον δια την επιτυχίαν των τριών παραστάσεων». Άλλοι ομιλούν περί «οικτρότατης αποτυχίας». Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ζητούν την άμεση αναχώρηση του: «Καλά θα έκαμνε ο κ. Λεκατσάς ν’ αναχωρούσε εκ της πόλεως μας μετά των υπ’αυτού κομισθέντων λαμπρών ηθοποιών πριν ή τον εκδιώξωσι δια σφυριγμάτων και λεμονοβλημάτων».28 Από τη χρονιά αυτή και ύστερα τρέχει αρκετό νερό στο μύλο των κοινωνικών διαφοροποιήσεων.

Ο τοπικός θίασος συμβάλλει με το έργο του σημαντικά στην αλλαγή νοοτροπιών, πεποιθήσεων και συμπεριφορών. Το θέατρο δεν θεωρείται πλέον ως «ηθικόν εκμαυλιστήριον», ως «κοινωνικόν προαγωγείον». Η εκπολιτιστική αξία και σημασία του γίνεται αντιληπτή από τα ευρύτερα στρώματα της τοπικής κοινωνίας. Κι αυτό ακριβώς στέκεται το αντικειμενικό έρεισμα για το ριζοβόλημά του και την ανάπτυξη του.

Δ

Ο θίασος διαμορφώνει στην αγρινιώτικη κοινωνία ένα κοινό που αγαπάει το θέατρο κι εκφράζει αστικές εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις. Γίνεται ο πνευματικός δίαυλος για να υπεισέλθουν νέες έννοιες και κριτήρια στις κοινωνικές συμπεριφορές: η κοσμικότητα, ο κοινωνικός συγχρωτισμός, οι επιμελημένες εμφανίσεις, η μόδα, οι ευπρεπείς τρόποι, οι ομαδικές μορφές ψυχαγωγίας και συγκίνησης από τα θεατρικά δρώμενα, η δημοσιότητα, όλες αυτές οι έννοιες ή οι δεοντολογικοί κανόνες εισβάλλουν στην τοπική κοινωνία και υπονομεύουν τις παλιές νοοτροπίες.

Συγκροτούν δηλαδή έναν νέο κοινωνικό κώδικα του «αισθάνεσθαι» και του «φέρεσθαι». Επιβάλλουν διαφορετικά κανονιστικά πρότυπα.

Υπαγορεύουν άλλες στάσεις στα πράγματα στις διαπλοκές των κοινωνικών σχέσεων, με οποιεσδήποτε μορφές κι αν εκδηλώνονται αυτές, είτε ως καθημερινή σκέψη και πράξη, είτε ως εμφάνιση, είτε ως αίσθηση, είτε ως έρωτας. Κι όλα αυτά αφορούν στο επίπεδο της κοινωνικής ψυχολογίας.

Αλλά δεν είναι μόνον οι έννοιες αυτές που φέρουν αντιμέτωπες τις παλιές νοοτροπίες με τα καινούρια μηνύματα του θεάτρου. Είναι και άλλες αμεσότερες. Οι επιλογές που κάνουν οι υπεύθυνοι του θιάσου ν’ ανεβάζουν κωμωδίες του Σουρή δεν είναι τυχαίες ή συμπτωματικές. Γίνονται με συγκεκριμένη στοχοθεπκή σκοπιμότητα. Στο βάθος είναι επιλογές που υποδηλώνουν ή μαρτυρούν ένα συνειδητοποιημένο αίτημα για την ανάπτυξη εκπολιτιστικών διεργασιών στην πόλη. Με τη σατιρική γλώσσα του Σουρή οι ηθοποιοί μιλούν όχι σε κάποια επαρχία του βασιλείου της Δανιμαρκίας, αλλά επιδιώκουν να παρέμβουν στα πολιτικά και ηθικά δρώμενα της δική τους τοπικής κοινωνίας. Ο Σουρής, αυτός ο νεότερος Αριστοφάνης, μαστιγώνει κι αφυπνίζει με το γέλιο. Λοιδορεί τη φαυλοκρατική διοίκηση, το «κράτος που τιμάει τα ξέστρωτα γαϊδούρια». Γελιοποιεί τους πολιτικούς φασουλήδες και τους ποικιλώνυμους βλαχοδημάρχους κι αστυνόμους των καιρών. Καταεξευτελίζει «τις μαγείες και τα θαύματα των τσαρλατάνων». Δακτυλοδεικνύει τους επαρχιακούς κομματάρχες, που ρουσφετολαμβάνουν και ρουσφετοδοτούν στη ράχη του λαού. Διαπομπεύει τους ασπόνδυλους αυλικούς, αλλά και τη βασίλισσα με τον ονειδιστικό εκείνο λόγο:

Κυρά Γιώργαινα γυρίστρα,

κυρά Γιώργαινα μπεκρού,

θα γενής πομπή του κόσμου,

του μεγάλου του μικρού.29

Ακριβώς αυτή είναι η κοινωνική σημειολογία που οι νέοι «ηθοποιοί» μιλούν στον τοπικό τους περίγυρο. Για πρώτη φορά ακούγεται ένας τέτοιος λόγος στο Αγρίνιο των άπραγων νοικοκυραίων, των εισοδηματιών, των κομματαρχών και διαμεσολαβητών της εξουσίας. Γι’ αυτό κι ο θίασος συναντάει την αντίδραση, τη διαβολή, τη συκοφαντία των οπισθοδρομικών στοιχείων της πόλης. Κι αυτό είναι μια απόδειξη πως στο Αγρίνιο αρχίζει να λειτουργεί ο κινητήριος νόμος της πάλης των αντιθέσεων.

Ένας ανώνυμος τοπικός δημοσιογράφος, πιθανόν ο Παναγ. Ζωγράφος, υπερασπί­στηκε με σθένος τους πρωτοπόρους νέους του θιάσου. Έγραφε πως το έργο και τα «ευεργετικά αισθήματα τους», θα έπρεπε «να κινήσουν παντός σκεπτόμενου και αγαπώντας τον τόπον του ανθρώπου τον ενθουσιασμόν, την χαράν και την αγάπην προς την νεολαίαν μας, παρουσιάζουσαν δείγματα ότι η κοινωνία μας βελτιώνεται, προάγεται· τα τοιαύτα μετά μεγάλης μας χαράς παρατηρήσαμεν εις άτομα μεγάλως επιδρώντα εις τον τόπον μας».30

Αλλά δεν ήταν μόνον αυτοί, διαπίστωνε ο δημοσιογράφος, περνώντας στην επίθεση: «Λυστυχώς παρατηρήσαμεν μετά μεγάλης μας λύπης ότι οι μοχθηροί, τα καθάρματα, οι φθονεροί εν τη κοινωνία μας υπερέβησαν τα όρια της διαβολής και συ­κοφαντίας των εδώσαμεν προσοχήν εις τα φληναφήματα των τελευταίων τούτων. Αχ! Βραχωρίτες! Βραχωρίτες! Διατί αναγαλλιάζετε τόσον εις τας ραδιουργίας; Διατί θυσιάζεσθε να στινματίζητε πάσαν πρόοδον εις τον τόπον μας; Διατί μαραίνετε ευγενή αισθήματα φιλότιμων νέων;»,30

Οι νέοι παρόλα αυτά «τραβούν την ανηφόρα», έχοντας στημένο το αφτί τους στο τραγούδι της προόδου. Το νήμα της θεατρικής παράδοσης πιάνουν αργότερα στην πόλη κάποια άλλα άτομα. Η κοινωνία γεννάει πάντα πρωτοπόρους, που αγωνίζονται «να ξεκολλήσουν τον ήλιο από τη λάσπη», όπως λέγει ο Σικελιανός. Προς το τέλος της τελευταίας δεκαετίας του Ιθ’ αιώνα υπάρχουν στο Αγρίνιο, εκτός από τον θεατρικό θίασο, Φιλαρμονική Εταιρεία, Μουσικό Τμήμα, Αθλητικό Γυμναστήριο, οργανωμένη κίνηση γυναικών.

Βεβαίως, όλα αυτά είναι θέματα προς έρευνα και τεκμηρίωση. Η ιστορική φυ­σιογνωμία της πόλης συγκροτείται μέσα από τις κινήσεις της. Αυτές αποτελούν και το βαθμόμετρο των αναπτυξιακών διεργασιών της.

0 Comments

Leave a Comment

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password