Οι απαρχές της ιστορίας του Αγρινίου-Του Γεράσιμου Παπατρέχα

Η απασχόληση του Μ. Αλεξάνδρου στην εκστρατεία της Ασίας και η εξαιτίας της, οπωσδήποτε χαλαρή παρουσία των Μακεδόνων στον Ελλαδικό χώρο, έδωσε την ευκαιρία στους Αιτωλούς ν’ αναζωπυρώσουν τις παλαιές διαφορές και τις διαμάχες με του Ακαρνάνες. Το 330 π.Χ. ή κατ’ άλλους το 329 εισβάλλουν στη Νότια Ακαρνανία και καταλαμβάνουν τους Οινιάδες, μια από τις σπουδαιότερες αλλά και πλουσιότερες Ακαρνανικές πόλεις. Και δεν περιορίζονται στην κατοχή, αλλά εκδιώκουν τους κατοίκους και εγκαθιστούν ομοεθνείς τους.

Οι Οινιαδίτες, ανέστιοι πλέον, καταφεύγουν πρόσφυγες σε άλλες ακαρνανικές πόλεις ή περιφέρουν την αθλιότητα τους εδώ κι εκεί. Τούτο, όπως ήταν φυσικό, είχε σαν αποτέλεσμα να μεταβληθεί σε άσπονδο μίσος η παλιά διαμάχη μεταξύ των δύο γειτόνων’ το χάσμα γίνεται αγεφύρωτο. Οι Ακαρνάνες περιμένουν την ευκαιρία να εκδικηθούν, ν’ ανταποδώσουν το χτύπημα.

Και η ευκαιρία τους δόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, όταν άρ­χισαν οι πόλεμοι των Διαδόχων και το σύνολο σχεδόν του Αιτωλικού στρατού ήταν απασχολημένο στην εκστρατεία της Θεσσαλίας. Το 322 π.Χ. λοιπόν, ή κατ’ άλλους το 321, οι Ακαρνάνες εισβάλλουν στο αιτωλικό έδαφος και «την τε χωράν κατέτρεχον δηούντες και διαρπάζοντες και τας πρωτεύουσας αυτής (της Αιτωλίας) πόλεις επολιόρκουν». (Δρόυσεν, Ιστ. Μακεδ. Ελληνισμού, 2,151). Οι Αιτωλοί άφησαν τους συμμάχους υπό την αρχηγία του Μέμνονα του Φαρσάλιου, έφτασαν στη χώρα τους και κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Ακαρνάνες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεταξύ των πόλεων που πολιορκήθηκαν συγκαταλέγεται και το Αγρίνιο και μάλιστα, ίσως πρώτο αυτό δέχτηκε την Ακαρνανική επίθεση, λόγω της θέσης του. Το ερώτημα είναι αν καταλήφθηκε ή παραδόθηκε στους πολιορκητές.

Τόσο ο Κ.Δ. Στεργιόπουλος όσο και ο Ι. Μηλιάδης υποστηρίζουν, ότι οι Ακαρνάνες κατέλαβαν την πόλη, ο πρώτος μάλιστα ότι απελευθέρωσαν και τους Οινιάδες, αλλά κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από καμιά πηγή, και φαίνεται ότι οι παραπάνω οδηγήθηκαν σ’ αυτό το συμπέρασμα από το γεγονός ότι το 314 το Αγρίνιο βρέθηκε σε Ακαρνανικά χέρια.

Αν δεχτούμε ότι πράγματι οι Ακαρνάνες κατέλαβαν την πόλη το 321 π.Χ και δεν μπόρεσαν οι Αιτωλοί να την ανακαταλάβουν, ενώ εκδίωξαν τους επιδρομείς από τα άλλα πολίσματα, προβάλλει αμέσως το ερώτημα, τί έκαμαν κατά την επτα­ετία 321 – 314.

Είναι δυνατό να δεχτούμε ότι σε όλο αυτό, το αρκετά μακρό, χρονικό διάστημα δεν κατάφεραν τίποτε, ότι ανέχτηκαν την ξενική κατοχή αυτοί οι «μαχιμώτατοι», ενώ έδρασαν κεραυνοβόλα και με επιτυχία το 314; Υπάρχει ένα κενό που δεν απασχόλησε τους νεότερους.

Πιστεύουμε ότι η κατάληψη του Αγρινίου έγινε το 314 π.Χ κατά την κάθοδο του Κάσσανδρου και η κατοχή, όπως θα δούμε, δεν κράτησε παρά λίγους μήνες.

Την άνοιξη του 314 ο Αντίγονος στέλνει το στρατηγό του Αριστόδημο στην Αιτωλία. Ο Αριστόδημος, σε γενική συνέλευση, κάλεσε τους Αιτωλούς να κηρυθούν υπέρ του Αντιγόνου κατά του κοινού εχθρού δηλαδή του Κασσάνδρου. Εφοδιασμένος και με χρήμα πολύ, πέτυχε στην αποστολή του και «στρατολογήσας μεταξύ αυτών και σπουδαίως ενισχύσας τη δύναμίν του, επεραιώθη εις Πελοπόννησον». (Δρούσεν, ε.α., 364).

Επομένως το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου που εκστρατεύει ο Κάσσανδρος οι Αι­τωλοί είναι αποδυναμωμένοι, αφού μεγάλο μέρος της στρατιωτικής τους δύναμης ίσως το μεγαλύτερο, ακολούθησαν τον Αριστόδημο ως μισθοφόροι.

Ο Μακεδόνας βασιλιάς ακολουθώντας ορεινές διαβάσεις, εισχωρεί στον Ευρυτανικό χώρο, στην Αγράίδα, και στρατοπεδεύει κάπου «παρά τον Καμπύλον ποταμόν» (Μέγδοβα). Επιδιώκει την, με κάθε τρόπο, εξουδετέρωση των επικίνδυνων Αιτωλών, που έχουν ταχθεί, αναφανδόν πλέον, με τον αντίπαλο και θανάσιμο εχθρό του Αντίγονον.

Για την επιτυχία των σχεδίων του θα προσεταιριστεί την αντίπαλη πλευρά, τους Ακαρνάνες, οι οποίοι βλέπουν στο πρόσωπο του τον ισχυρό σύμμαχο εναντίον των επίφοβων αντιπάλων τους, πιο σωστά των θανάσιμων εχθρών τους.

Η στρατοπεδία «παρά τον Καμπύλον» πρέπει να ήταν εφήμερη. Δεν είχε λόγους να παραμένει τόσο μακριά, αφού μάλιστα είχε οπωσδήποτε πληροφορηθεί, ότι η κύρια δύναμη των Αιτωλών είχε ακολουθήσει τον Αριστόδημο. Το πιθανότερο είναι να είχε την πρώτη επαφή με τους Ακαρνάνες, όταν έφτασε στο Μέγδοβα, και να εισέβαλε, στη συνέχεια στον κυρίως Αιτωλικό χώρο, στο «Μέγα Αιτωλικόν Πεδίον». Κατέλαβε για την σύμπραξη των Ακαρνάνων το οχυρωμένο Αγρίνιο, ίσως κι άλλα, ανοχύρωτα πολίσματα, και τότε συγκάλεσε την «κοινήν Εκκλησίαν».

Σύμφωνα με το Διόδωρο Σικελιώτη, «συναγαγών τους Ακαρνάνας εις κοινήν Εκ­κλησίαν, συνεβούλευεν εκ των ανωχύρων και μικρών χωρίων εις ολίγας πόλεις μετοικήσαι». Συμβουλεύει δηλαδή την μετακίνηση των πληθυσμών, από ανοχύρωτους μικροοικισμούς της παραποτάμιας περιοχής, σε λίγες οχυρές πόλεις, ώστε να είναι ασφαλισμένοι, αλλά και να μην αποτελούν πρόβλημα και εμπόδιο στην περίπτω­ση επιχειρήσεων.

Είναι φανερό ότι τόσο ο Μακεδόνας όσο και οι σύμμαχοι του θεωρούσαν αμφίρρο­πη την έκβαση των επικείμενων πολεμικών επιχειρήσεων, ή τελοσπάντων, δεν απέ­κλειαν σε κάποια φάση, την εισβολή των Αιτωλών στο ακαρνανικό έδαφος. Δεν δί­νει εγγυήσεις ισχυρής παρουσίας” αντίθετα, όπως θα φανεί λίγο αργότερα, περιο­ρίζει τη συμβολή του στην παρουσία μιας πολύ μικρής δύναμης. Ισως, πάλι, υπολό­γιζε στην ομόθυμη σύμπραξη ολόκληρου του Ακαρνανικού κοινού.

Η ηγεσία των Ακαρνάνων πείθεται και αποφασίζει τη ματοικεσία των πληθυσμών της παραποτάμιας υπαίθρου: «Οι πλείστοι μεν εις Στράτον πάλιν συνώκοισαν, οχυρωτάτην ούσαν και μεγίστην, Οινιάδαι δε καί τίνες άλλοι συνήλθαν επί Σαυρίαν, Δεριείς δε μεθ’ ετέρων εις Αγρίνιον». (Διοδ. Σικ. XIX, 67).

Αυτή η μετοικεσία των Δεριέων στην κατεχόμενη αιτωλική πόλη για λόγους ασφάλειας, γεννά πολλά ερωτηματικά, κι αν είναι κάτι που πρέπει ν’ αποκλείσουμε, είναι ακριβώς αυτοί οι. λόγοι.

Πρώτα – πρώτα, οι Δεριείς ήταν πόλη της ακαρνανικής ενδοχώρας και δεύτερο, είχαν δύο ισχυρά φρούρια. Ενα, απρόσιτο σχεδόν, αμυντήριο στο φυσικά οχυρό ύψωμα Λιγοβίτσι, (το υπερκείμενο του μοναστηριού), κι ένα στη δυτική πλευρά της βουνοσειράς, στο ύψωμα που στις παρυφές του βρίσκεται ο σημερινός οικισμός της Σκουρτούς…

Δεν υπήρχε λοιπόν, γι’ αυτούς, πρόβλημα ασφάλειας, αλλά κι αν υπήρχε, κατά ποια λογική θα εγκατέλειπαν τα οχυρά και οπωσδήποτε ασφαλή κάστρα τους, για να εγκατασταθούν στου λύκου το στόμα, σε θανάσιμα εχθρική περιοχή;

Μήπως, επιτέλους ήταν το Αγρίνιο θέση φυσικά οχυρή και τειχισμένο με ισχυρά τείχη; Αντίθετα και η θέση του ήταν ευάλωτη και η οχύρωση του ασθενής.

Νομίζουμε ότι σ’ αυτή την αρκετά περίεργη μετοικεσία των Δεριέων μια και μό­νη εξήγηση μπορεί να δοθεί. Όπως είπαμε, στρατηγικός στόχος του Κασσάνδρου ήταν η εξουδετέρωση των Αιτωλών, ώστε ν’ αφαιρέσει ένα ισχυρότατο στήριγμα από τον αντίπαλο του. Αν λοιπόν κατάφερνε να δημιουργήσει ένα σταθερό, μόνιμο προγεφύρωμα στο αιτωλικό έδαφος, θα ήταν αυτό μια λόγχη μπηγμένη στο πλευρό τους, μια μόνιμη απειλή για επέκταση της κατοχής που θα τους έδενε τα χέρια και θα τους ανάγκαζε ν’ αναθεωρήσουν την πολιτική τους.

Προτείνει λοιπόν, σχέδιο επικοισμού του Αγρινίου με ταυτόχρονη εκδίωξη, ή και δούλωση, των κατοίκων, όπως είχαν κάνει οι Αιτωλοί στους Οινιάδες πριν λίγα χρόνια.

Οι σύμμαχοι πείθονται για την ορθότητα της σκέψης και βρίσκεται πρόθυμη η ηγεσία των Δεριέων για την πραγμάτωση του σχεδίου, δελεασμένη από την πλουτοφόρο πεδιάδα.

Δεν χωρούσε σύγκριση μεταξύ της άνυ­δρης και οπωσδήποτε φτωχής δικής τους γης και της γονιμότατης και πλούσιας σε νερά περιοχής της αιτωλικής πολίχνης.

Με τον εποικισμό οι Ακαρνάνες θα υποχρεώνονταν να θεωρούν στο εξής, δική τους πόλη το Αγρίνιο και όχι κατοχή ξένου εδάφους. Οι ομοεθνείς τους μόνιμα εγκατεστημένοι, πανοικί, έστω και σφετεριστές ξένων περιουσιών, θα υπερασπίζονταν τις εστίες τους με κάθε θυσία, αν προλάβαιναν βέβαια να ριζώσουν.

Το δέλεαρ της πλούσιας γης, το πάθος κατά των προαιώνιων εχθρών, η πεποίθηση ότι θα έχουν ισχυρή υποστήριξη από τον Κάσσανδρο και η άμεση γειτνίαση με την μεγάλη και ισχυρή πόλη των Στρατίων, ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν για να οδηγηθούν οι Ακαρνάνες, και ιδιαίτερα οι Δεριείς, να φερθούν απερίσκεπτα και να διαπράξουν το μοιραίο λάθος.

Οι Αιτωλοί βλέπουν τη σοβαρή απειλή για την ευαίσθητη παραλήμνια και παραποτάμια περιοχές στις οποίες κρεμόταν η επιβίωση τους. Βλέπουν το μεγάλο κίν­δυνο, αν οι επήλυδες κατάφερναν να εδραιωθούν και ετοιμάζονται να δράσουν.

Ο Κάσσανδρος μάλλον απογοητεύει τους έποικους όταν, αναχωρώντας για τη Λευκάδα, αφήνει μια μικρή δύναμη από πεντακόσιους άντρες με επικεφαλής τον Λυκίσκο, που αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων, ανίκανος να εκπληρώσει την αποστολή του.

Αμέσως μετά την αποχώρηση των Μακεδόνων, δύναμη τριών χιλιάδων Αιτωλών πολιορκεί το Αγρίνιο με περιχαράκωση. Τούτο σημαίνει ότι υπήρξε συστηματική προετοιμασία για την κοπή και μεταφορά χιλιάδων πασσάλων, κι ακόμη ότι δεν ήταν δυνατή η άλωση του Αγρινίου με εφόδους.

Ο χάρακας ή χαράκισμα ήταν αμυντική κυρίως οχυρωτική κατασκευή, με πυκνή πασσάλωση ικανού ύψους. Στην προκείμενη περίπτωση η περιχαράκωση υπηρετούσε δύο σκοπούς. Τον πλήρη αποκλεισμό των πολιορκημένων και την απόκρουση και ματαίωση κάθε απόπειρας παροχής βοήθειας προς αυτούς.

Και κατέφυγαν οι Αιτωλοί σ’ αυτή τη μορφή πολιορκίας, διότι ενώ ήταν ακαταγώνιστοι στον άτακτο πόλεμο, δεν είχαν πείρα για μάχη εκ παρατάξεως, ούτε πολιορκητική εμπειρία με χρησιμοποίηση μηχανικών κατασκευών, κριών, πύργων κλπ.

Το υποστηριζόμενο από τον Κ.Δ. Στεργιόπουλο, ότι η πόλη τειχίστηκε τον τρίτο αιώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Ολα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ήδη, τελευταίο τέταρτο του Δ’ αιώνα, η πόλη ήταν τειχισμένη, ή τουλάχιστον είχε οχυρωθεί τόσο, ώστε να κάνει δύσκολη την άλωση της.

Για. το πόσο κράτησε η πολιορκία, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, δηλαδή αν ήταν μακρά ή σύντομη. Το πιθανότερο είναι να βρέθηκαν απαρασκεύαστοι οι πολιορκημένοι, να μην περίμεναν τόσο δυσμενή εξέλιξη των πραγμάτων. Εκείνο που προκαλεί απορία, είναι το γεγονός, ότι οι ακαρνανικές πόλεις, και προπαντός η απέναντι ισχυρή Στράτος, δεν κινήθηκαν για παροχή βοήθειας στους κινδυνεύοντες ομοεθνείς τους.

Τί να υποθέσει κανείς, διχογνωμίες ή ότι επικράτησε ο γνωστός κι από άλλες περιστάσεις ατομισμός των ακαρνανικών πόλεων; Εκτός αν έγινε κάποια αποτυχη­μένη προσπάθεια και δεν αναφέρεται.

Οι πολιορκημένοι είτε γιατί αντιμετώ­πιζαν κατάσταση λιμού, είτε γιατί έβλε­παν αδύνατη την παραπέρα άμυνα και διακοσμητική την παρουσία του Λυκίσκου, ή ακόμα γιατί απελπίστηκαν περιμένοντας αντιπερισπασμό από πλευράς ομοεθνών, αποφάσισαν να συνθηκολογήσουν.

Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, οι πολιορκημένοι θα εγκατέλειπαν το Αγρίνιο και θ’ αποχωρούσαν σαν υπόσπονδοι, δηλαδή οι πολιορκητές εγγυώνταν το σεβασμό της ζωής των αντιπάλων τους. Αλλά, όταν συμπληρώθηκε η αποχώρηση από την πόλη και ανύποπτοι οι Δεριείς και οι άλλοι όδευαν προς το πέρασμα του Αχελώου, οι Αιτωλοί, καταπατώντας τους όρους της συνθήκης, «σπονδών και όρκων καταφρονήσαντες», επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και τους κατέσφαξαν όλους σχεδόν, «πάντας πλην ολίγων».

Ήταν μια ενέργεια εσκεμμένη, δηλαδή δέχτηκαν τη συνθηκολόγηση οι Αιτωλοί αποφασισμένοι να μην κρατήσουν τους όρους της, ή ήταν ενέργεια μανιασμένου όχλου, των ντόπιων ίσως, που θέλησαν να εκδικηθούν με τόση αγριότητα;

Όπως και να δούμε το θλιβερό γεγονός, δεν παύει να είναι ένα πολύ μελανό σημάδι στην ιστορία των Αιτωλών. Αυτή η παρασπονδία δικαιολογεί την κρίση των ιστορικών, αρχαίων και νεότερων, που τους καταλογίζουν συχνά αδιαφορία γύρω από θέματα ηθικών αρχών.

Στην προκείμενη περίπτωση μπορεί να θεωρήσει κανείς το γεγονός και σαν φυσική συνέπεια της προαιώνιας εχθρότητας ανάμεσα στους δύο γείτονες.

Είναι χαρακτηριστική η παρατήρηση του Αγρινιώτη ιστορικού θ. Χαβέλλα: «Και τοιούτο απέβη το αποτέλεσμα της πίκρας έχθρας των Αιτωλών και Ακαρνάνων». (Α!, 87).

Στα δραματικά αυτά γεγονότα της πολιορκίας και παράδοσης του Αγρινίου και της σφαγής των Δεριέων, που ακολούθησε, ποιος ήταν ο ρόλος του Λυκίσκου; Δεν ήταν ένας τυχαίος αξιωματικός. Ήταν από τους σημαντικότερους στρατηγούς του Κάσσανδρου, όπως αποδείχτηκε αργότερα στην Ήπειρο, και η δύναμη του για στήριξη των Δεριέων δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Τί έγινε και φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων; Μήπως διασφάλισε τον εαυτό του και τους άντρες του κι αδιαφόρησε για την τύχη των συμμάχων του; Μήπως, κατά την αποχώρηση, ακολούθησε άλλο δρόμο αυτός κι άλλον οι Δεριείς, βέβαιοι ότι οι Αιτωλοί θα σεβαστούν την υποσπον-δία; Είναι κάτι, που δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ.

Όσο για την κεραυνοβόλα και αποφασιστική επιχείρηση των Αιτωλών, που έληξε με την ανακατάληψη της πόλης, νομίζουμε επισφραγίζει το συμπέρασμα πως οι Ακαρνάνες δεν είχαν καταλάβει το Αγρίνιο κατά την επιδρομή του 321 π.Χ. Βλέπουμε τους Αιτωλούς με μειωμένη δύναμη, κι ενώ οι πολιορκημένοι είχαν και την επικουρία του Λυκίσκου, να επιβάλλουν τους όρους τους και ν’ απελευθερώνουν την πόλη τους μέσα σε σύντομο χρόνο. Είναι δυνατό να δεχτούμε ότι ανέχτηκαν την κατοχή της, ότι δίσταζαν επί εφτά – οχτώ χρόνια να επιχειρήσουν την απελευθέρωση, έχοντας μάλιστα όλη τους τη στρατιωτική δύναμη μέσα στην επικράτεια; Πιστεύουμε ότι η απάντηση είναι εύκολη και κατηγορηματική.

0 Comments

Leave a Comment

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password