Η διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού στο Βραχώρι-Της Ελένης Γιαννακοπούλου

Από τις προφορικές διηγήσεις για τη μορφή του Αγρινίου στις αρχές του 20ου αι. μου είχε εντυπωθεί η εικόνα της κεντρικής πλατείας (δωρεά οικοπέδου του τότε δημάρχου Μπέλλου): αδιαμόρφωτος χώρος γεμάτος πουρνάρια με το γνωστό φανό που άναβε με ασετυλίνη. Οι ρυθμοί προόδου φαίνεται πως είναι αρκετά βραδείς στην περιοχή μας. Σ’ αυτό πρέπει να συνέτεινε το οθωμανικό παρελθόν της πόλης, η περιπέτεια της εθνεγερσίας -η περιοχή βγήκε καμένη και ρημαγμένη από την Επανάσταση1-, το προϋπάρχον κοινωνικό υπόστρωμα, αλλά και ο χαρακτήρας των νέων κοινωνικών μορφωμάτων που άρχισαν να δημιουργούνται. Ευνόητο είναι ότι μια πόλη δεν διαμορφώνεται ερήμην της ζωής των κατοίκων της2.

Η παρούσα ανακοίνωση επιχειρεί να ανιχνεύσει κάποιους από τους παράγοντες που συνέτειναν στην κοινωνική εξέλιξη της πόλης του Αγρινίου, να εξετάσει πώς διαπλέκεται ο κοινωνικός ιστός και να προσδιορίσει τυχόν μηχανισμούς διαμόρφωσης του.

Τα realia αφορούν περισσότερο τα τέλη του 18ου και τον 19ο αι. και είναι στοιχεία οικονομικά, δημογραφικά, λαογραφικά και πολιτισμικά που η επεξεργασία τους διασταυρώνεται με δεδομένα της προφορικής ιστορίας, της συλλογικής δηλαδή μνήμης, όπως κρυσταλλώθηκε στην προφορική παράδοση της πόλης του Αγρινίου. Η επιστήμη της Ιστορίας είναι από τη φύση της στενά συνδεδεμένη με τη βιωμένη ιστορία3, τη βιωμένη εμπειρία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωτικά υποστεί εξορθολογιστική διάβρωση, ώστε να προτείνει τρόπους σύλληψης και δόμησης του παρελθόντος. Πρόκειται για πρωτογενές υλικό, στο επίκεντρο σήμερα του ενδιαφέροντος όχι μόνο της Ιστορίας αλλά γενικά των κοινωνικών επιστημών4 (Ιστορίας – Κοινωνιολογίας – Ανθρωπολογίας) που συναντώνται σε διεπιστημονική προοπτική στο πλαίσιο της παρούσης ημερίδας. Ας σημειωθεί ότι τα στεγανά μεταξύ των κοινωνικών επιστημών έχουν προ πολλού αρθεί και η διεπιστημονική έρευνα προάγεται, εφόσον δεν περιορίζεται σε αναιμικές οπτικές και σε απλές τεχνικές που αντικαθιστούν τα προβλήματα5. Από το χώρο των διεπιστημονικών προσεγγίσεων ανέκυψαν ως καινούργια «ιστορική πειθαρχία» η Ιστορική Ανθρωπολογία και η Ιστορική Κοινωνιολογία6.

Επί τα ίχνη

Η κοινωνική διαμόρφωση στο μετεπαναστατικό Βραχώρι δεν βρίσκεται έξω από το πλαίσιο δομών και θεσμών του οθωμανικού παρελθόντος (κοινοτισμός, κλεφταρματολισμός), καθώς και αιτημάτων της νεοελληνικής πραγματικότητας (ενσωμάτωση ετεροχθόνων στον αστικό κορμό, διεκδίκηση και διανομή των εθνικών γαιών).

Ο κοινοτισμός

Ο κοινοτικός βίος στον τόπο μας δεν γνωρίζει την ακμή άλλων περιοχών. Ωστόσο νεότερα στοιχεία δείχνουν μια δυναμική παρουσία της προυχοντικής τάξης, που είναι και διευθυντική, εφόσον μέσω της συλλογής των φόρων ελέγχει όλες τις οικονομικές και πιστωτικές λειτουργίες και μεσολαβεί στους Οθωμανούς για τις υποθέσεις των υποδούλων7. Οι παρακάτω ενθυμήσεις από τα μηναία της Μονής Μυρτιάς δίνουν μια αξιολόγηση του ρόλου τους από τη λαϊκή συνείδηση: «Εις τους χίλιους επτακόσιους πενήντα έγιναν τα σκάνδαλα αναμέσον του έπαρχου του Κάρλελι και των γερόντων και έγινεν ο αφανισμός των χριστιανών εις το χωρίο Ζευγάριον. Εις τους 1740 Σεπτ. 20 εχάλασε το ζευγάρι η Παντάνασσα από το πολύ χαράτσι από αφορμή των καταραμένων γερόντων Στάικου από Βελάουστα και Γεωργάκη από Βλοχό»8. Μια άλλη όψη των σχέσεων των ντόπιων με τους προεστούς δίνει το «έμπρι» (απόφαση) των Βραχωριτών του κάμπου «στ’ Αλάμπεη τα γιοφύρια» στα 1789 Μαγίου 15: αποφασίζουν έξω από το σώμα της κοινότητος να μην ανταποκριθούν στο υπερβολικό γήμορο που ζητούσε ο Αλάμπεης για την κατασκευή των γεφυριών και να καταβάλουν το συνηθισμένο 10%9.

Δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε την ευεργετική για το Κάρλελι παρέμβαση του Αναγνώστη Στάικου που ως Βεκίλης (αντιπρόσωπος) του Βραχωριού στην Πύλη το 1793, μαζί και με τους άλλους βεκίληδες της περιοχής, κατόρθωσε, με τη μεσολάβηση του Πατριαρχείου, να επιτύχει τη μείωση των φόρων για όλο το Κάρλελι. Ο Αναγνώστης Στάικος μεσολάβησε επίσης επιτυχώς για την έκδοση σουλ­τανικού διατάγματος προκειμένου να ρυθμιστούν διαφορές των Βραχωριτών με τους Σπαχήδες10.

Οι δημογέροντες στο Βραχώρι προέρχονται από τις δύο ισχυρές οικογένειες των Σταϊκαίων και των Βλαχοπουλαίων. Οι πρώτοι αναφέρονται ως προεστώτες Βλοχού από τις αρχές του 18ου αι., έχουν την έδρα τους στη Βελάουστα (το σημερινό Πυργί), όπου μέχρι σήμερα σώζονται τα ερείπια του πύργου τους. Είχαν διασυνδέσεις με την Πύλη και το Πατριαρχείο και όχι με τους ντόπιους πασάδες και τον Αλή11. Ο Αναγνώστης Στάικος εκτός από Βεκίλης χρημάτισε και Αγιάν Βιλαετλής του Κάρλελι. Ήταν γενιά περήφανη και πολεμική. Το σταϊκέικο, τρίπατο βραχωρίτικο’σπίτι των απογόνων Στάικου, κατά τις διηγήσεις παλιών Βραχωριτών, με κούλιες, μπουντρούμια και καταπακτές βρισκόταν στη σημερινή οδό Δ. Στάικου.

Οι Βλαχοπουλαίοι ή Συκάδες -οι προγονοί τους ήταν βλαχοποιμένες σκηνίτες σαρακατσάνικης καταγωγής- έδρασαν στο Β μισό του 18ου αιώνα στο αρματολίκι Καρπενησίου που έφτανε την εποχή εκείνη μέχρι το Βλοχό και το Απόκουρο. Συγκρούστηκαν αιματηρά με τους Γιολδασαίους (1770), οι οποίοι επικράτησαν εκεί αργότερα και με τους οποίους τελικά συμπεθέρεψαν. Πέντε αδελφοί οι Βλαχοπουλαίοι για τη διατήρηση της μεταξύ τους συνοχής δεν νυμφεύτηκαν. Επέτρεψαν το γάμο μόνο στο μικρότερο αδελφό τους, τον Δήμο, παππού του Αλεξάκη και του Κωνσταντίνου Βλαχόπουλου. Εναλλάσσσονται ως δημογέροντες στον κάζα Βλοχού12.

Δυναμική είναι και η οικογένεια Γαλαναίων ή Μεγαπάνου από το Μαχαλά Ξηρομέρου με αρχηγέτη τον Πάνο Γαλάνη, ο οποίος για τη μεγάλη επιρροή του σε Τούρκους και Έλληνες ονομάστηκε Μεγαπάνος. Ο Π. Γαλάνης βοήθησε τον Αλή πασά στους αγώνες του κατά του Κουρτ πασά του Βερατiου, όχι βέβαια χωρίς αντάλλαγμα. Διορίστηκε από τον Αλή Αγιάν Βιλαετλής του Κάρλελι και ύστερα από παραχωρήσεις εξουσιών και μεγάλων εκτάσεων από τον Αλή -του είχε παραχωρήσει τις γαίες αποθανόντος σπαχή- συγκέντρωσε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Είναι γνωστές οι δολοπλοκίες του στον κόσμο των κλεφταρματολών, για ν’ αποκλειστούν από τ’ αρματολίκια οι παλιές οικογένει­ες και να επιβληθούν πρόσωπα έμπιστα στον ίδιο και τον Αλή πασά13.

Οι αρματολοί

Στη Δυτική Ελλάδα, κοιτίδα του κλεφταρματολισμού, διαμορφώνεται μια στρατοκρατική κοινωνία με δρώντα πρόσωπα τους κλεφταρματολούς που εναλλάσσονται στους ρόλους κλέφτης-αρματολός, αρματολός-κλέφτης, περνώντας από την παρανομία στη νομιμότητα και το αντίθετο. Ο καπετάνιος με τους λουφέδες των Οθωμανών -ως κάτοχος σεβαστών χρηματικών ποσών παρείχε δάνεια-, τα κοπάδια αιγοπροβάτων και τους πολυάριθμους οπλοφόρους συνιστά πολιτική και στρατιωτική προσωπικότητα ευέλικτη στις σχέσεις με Οθωμανούς και Έλληνες14. Οι καπετάνιοι αυτοί ενταγμένοι στη νομιμότητα, έχοντας ως έρεισμα διαπραγμάτευσης την ισχύ των όπλων, αντιμάχονται τους προεστούς και περιορίζουν τη δράση τους. Η κοινότητα φαίνεται να υπολειτουργεί, ενώ ελλοχεύει συνεχής αντιπαλότητα μεταξύ των δύο φορέων εξουσίας. Δεν αποκλείονται όμως και οι συμμαχίες προεστών-αρματολών που εκδηλώνονται με σκευωρίες προεστών υπέρ συγκεκριμένου αρματολού15.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στην περιοχή του Βραχωριού οι ρόλοι των δύο φορέων εξουσίας, κοτζαμπάσης και αρματολός, δεν είναι αυτόνομοι, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των Μαυροματαίων στο Ξηρόμερο. Εδώ από κοτζαμπάσης περνάει κανείς στο αρματολίκι και το αντίθετο. Ο καζάς Βλοχού ήταν περιορισμένης φορολογικής απόδοσης, γι’ αυτό και η επιδίωξη για αλληλοσυμπλήρωση ρόλων (κοτζάμπασης-αρματολός). Η περίπτωση των Βλαχοπουλαίων στις παραμονές της Επα­νάστασης είναι χαρακτηριστική.

Οι Βλαχοπουλαίοι, κοτζαμπάσηδες του Βλοχού στο β’ μισό του 18ου αι. και αρματολοί ταυτό­χρονα μέρους του αρματολικίου Καρπενησίου-Βλοχού, «παραιτήσαντες -κατά τον Κασομούλη- τ’ αρματολίκια τους εις την διάκρισιν των εχθρών τους» αναγκάστηκαν να καταφύγουν από το 1806 στα Επτάνησα και την Πρέβεζα με τις οικογένειες τους. Η συγγένεια τους με τους Κατσαντωναίους και ο συναφής προς τη δράση εκείνων ρόλος τους καθιστούσε τη θέση τους επισφαλή. Εκεί εντάχθηκαν στα ρωσικά και αργότερα στα αγγλικά συντάγματα της Επτανήσου. Οι Βλαχοπουλαίοι επανέρχονται στην Αιτωλοακαρνανία κατά το 1817. Μέσω της Αγγλικής Αρμοστείας πέτυχε μάλιστα ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος να δοθεί διαταγή από τον Ισμαήλ πασά (15 Ιαν. 1819) να επιστρέψουν στο Βραχώρι και οι πληθυσμοί που είχαν καταφύγει στον Κάλαμο.

Ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, ευφυής και διορατικός, αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να στεριώ­σει στην περιοχή μόνο με το προυχοντικό αξίωμα. Με πλεκτάνη και υποκριτική συμπεριφορά απέ­ναντι στον Αλή πασά απέσπασε τη συγκατάθεση του να εγκατασταθούν και πάλι οι Βλαχοπουλαίοι στο αρματολίκι του Βλοχού. Έτσι, από το 1817 μοίρασε το αρματολίκι στους αδελφούς του Κωνσταντίνο και Δημήτριο. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ο Αλεξάκης «έλαβε το αρματολίκι ως πιστότερος θεωρούμενος… δια να φυλάττη την ησυχίαν». Κατά την τοπική μάλιστα παράδοση το αρματολίκι δόθηκε δήθεν ως προίκα επιβληθέντος συνοικεσίου από τογ Αλή.

Αλλά το αρματολίκι του Βλοχού παραμένει στους Βλαχοπουλαίους και μετά την αποκήρυξη του Αλή πασά από την Πύλη. Ο Αλεξάκης συμμαχεί με τους σουλτανικούς και διορίζεται από τον Μαχμούτ πασά Δράμαλη αρματολός. Το αρματολίκι κρατούν γερά οι Βλαχοπουλαίοι και μετά την επανάσταση του Βραχωριού (Ιούνιος 1821).

Ο Μαυροκορδάτος προσπαθεί να προσεταιριστεί κλεφταρματολούς για να στηριχθεί. Όταν ο Αλεξάκης ενδίδει προσχωρώντας στους πολιτικούς -γίνεται υπουργός πολέμου υπό τον Μαυροκορδάτο- στο αρματολίκι παραμένει ο αδελφός του Κωνσταντίνος. Στο πλαίσιο αυτών των διεκδικήσεων κορυφώνονται οι έριδες ανάμεσα σε Βλαχοπουλαίους, Σταϊκαίους και Μεγαπαναίους και στα χρόνια της Επανάστασης.

Ο σφετερισμός του αρματολικιοΰ του Βλοχού από τους Σταϊκαίους στα 1824 -την ώρα που οι Βλαχόπουλοι ήταν απησχολημένοι στις ανάγκες του αγώνα- προκάλεσε τη διαμαρτυρία των Βραχωριτών. Με αναφορά τους στον Μαυροκορδάτο (1824) καταδικάζουν τη βίαιη συμπεριφορά των Σταϊ-καίων ζητώντας παράλληλα καλή διοίκηση για να ησυχάσει ο δυστυχισμένος λαός από τις αντεκδικήσεις Σταϊκαίων και Βλαχοπουλαίων που επεδίωκαν, συμπαρασύροντας και τους Ντοκαίους, Κολοφωταίους και άλλους κλέφτες, ν’ αναγνωριστούν καπετάνιοι του Βλοχού. Μετά την έξοδο του Μεσολογγίου ο Γιαννάκης Στάικος κάνοντας τα γνωστά «καπάκια» με τους Τούρκους επανήλθε στο αρματολίκι του Βλοχού16.

Η στρατιωτική δύναμη είναι η προϋπόθεση επιβολής σ’ αυτή την περιοχή. Ο μεγαλύτερος γιος του Μεγαπάνου Αντώνιος -γεννήθηκε στο Βραχώρι το 1794- από μικρός συγκρότησε σώμα αρματο­λών με χρήματα του πατέρα του που το συντηρούσε μόνος – αργότερα ενώθηκε με τον Καραϊσκάκη17

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πόσο Βαραίνει η κλεφταρματολική παράδοση στην περιοχή μας, εκεί και οι ρίζες της διαμορφούμενης νεοελληνικής κοινωνίας.

Τα τζάκια και τα καπετανάτα είναι οι δύο βασικοί πόλοι στον διαπλεκόμενο κοινωνικό ιστό. Οι απόγονοι στα πρώτα προέρχονται από την προυχοντική τάξη (π.χ. οικογένεια Μεγαπάνου) και στα δεύτερα από κλεφταρματολικές οικογένειες χωρίς, όπως προαναφέραμε, να υπάρχει αυστηρός διαχωρισμός. Μετά την Επανάσταση κοινωνική επιφάνεια έχουν γενικά οι στρατιωτικοί είτε ανήκουν στις Χιλιαρχίες και στη Φάλαγγα είτε στα σώματα της Χωροφυλακής και αργότερα (1838 και εξής) της Οροφυλακής18. Λόγω της στρατιωτικής παράδοσης της περιοχής οπλαρχηγοί, προεστοί και απόγονοι αυτών κατέλαβαν σημαντικά αξιώματα στη διοίκηση του στρατού και του στόλου (Κωνσταντίνος, Βασίλειος Βλαχόπουλος, Γιαννάκης Στάικος, βουλευτής και Υπουργός των Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κριεζή κ.ά.)19.

Ληστεία – «γαλόνι και σπαθί»

Υπήρχαν όμως και πολλοί παραγκωνισμένοι αγωνιστές και κλέφτες που έμειναν στο περιθώριο και μαζί με άλλα αναρχικά στοιχεία βγήκαν στο κλαρί κατά της εξουσίας. Η ληστεία, ενδημικά φαινόμενο στην Αιτωλοακαρνανία για εκατό και πλέον χρόνια μετά την Επανάσταση20, λυμαινόταν και την περιοχή του Αγρινίου. Η στενωπός της Κλεισούρας, μέσω της οποίας ελέγχεται η διέλευση ανθρώπων και εμπορευμάτων, ληστοκρατείται από πολλές συμμορίες που είχαν εκεί τα ταμπούρια τους. Γι’ αυτό καν ονομάζεται «η κοιλάδα των μνημάτων». Οι προσπάθειες της αντιβασιλείας να δημιουργήσουν οχυρό στην Κλεισούρα με σκοπό την καταδίωξη των ληστοσυμμοριών στην ενδοχώρα (Βελούχι – Πίνδο) δεν τελεσφόρησε. Έπεσε μάλιστα θύμα στην πρώτη εξόρμηση ο Βαυαρός συνταγματάρχης Κράους21.

Οι ομάδες των ληστών δεν ήταν αποκομμένες από την κοινωνία, όπως συνέβαινε στον δυτικό κόσμο. Πηγαινοέρχονται από το Βουνό στον κάμπο. Επεμβαίνουν στη ζωή της πόλης, όπου συντη­ρούν αντιπροσώπους22. Στην περιοχή μας η ληστεία ενισχύεται και από τον πλάνητα βίο των «Βλαχοποιμένων», οι οποίοι διέφευγαν τη νομιμότητα, αλλά και από τις αγροτικές εξεγέρσεις, αλλεπάλληλες κατά την οθωνική περίοδο. Στις περιοχές όπου υπήρχαν τα παλιά αρματολίκια οι πληθυσμοί είναι επιρρεπείς σε αντιδραστικές κινητοποιήσεις, όταν μάλιστα η δυσφορία κορυφώνεται από την περιθωριοποίηση των παλιών οπλαρχηγών, την οικειοποίηση εθνικών γαιών, την επιβολή γενικά της ξενοκρατίας και τη μεγάλη οικονομική δυσπραγία. Η εξέγερση του 1836 δημιούργησε εμφύλιο σπαραγμό στην περιοχή και επιβράδυνε την αναδημιουργία του Αγρινίου. Αν και η κυβέρνηση για να επιβληθεί στους στασιαστές αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τους θ. Γρίβα και Κ. Τζαβέλα, οι κάτοικοι εξακολουθούσαν να είναι χωρισμένοι σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα (κυβερνητικοί-αντικυβερνητικοί). Οι τελευταίοι δημιούργησαν ληστοσυμμορίες που λεηλατούσαν τους διερχόμενους επιβάλοντας αποκλεισμό της πόλης του Αγρινίου από τον άλλο κόσμο23.

Η προφορική παράδοση αναφέρεται στον τρόμο των κατοίκων, καθώς άκουγαν τα πατήματα των ληστών που κατέβαιναν τη νύχτα για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Συχνά τα μέλη των ληστρικών ομάδων περνούν στην κανονική ζωή. Οι μαρτυρίες συνθέτουν έναν μακρύ κατάλογο με τα ονόματα τους: Χοσιάδας, Καλαμάτας, Ρουπακιάς, Μελλισόβας, Μπαϊρακτάρης, Γιαταγάνας, Πεσλής, Γιαμάς, Κατσαρός, Παλάσκας, Ρεντζαίοι, Όφις, Χαμχούγιας. Το τελευταίο όνομα διατηρήθηκε μέσω της συλλογικής μνήμης. Έτσι η επωνυμία «Χαμχούγιας» δήλωνε τον αποκρουστικό και στυγνό άνθρωπο.

Η καταδίωξη της ληστείας έπαιρνε μυθικές διαστάσεις στην τοπική κοινωνία προκαλώντας την ηρωποίηση των διωκτών. Ο στρατιωτικός είναι το ίνδαλμα κάθε νέας κοπέλας που ονειρεύεται «γαλόνι και σπαθί». Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος απέδωσε εύγλωττα αυτή την πραγματικότητα στον «Πύργο του Ασπροπόταμου». Οι επιγαμίες των απογόνων από τα τζάκια, τα καπετανάτα, τις στρατιωτικές οικογένειες πραγματοποιούνται σ’ αυτό το πλαίσιο. Η γνωστή λαϊκή ρήση «πάρε άνθρωπο από σόι και σκυλί από κοπάδι» απηχεί αυτή την πραγματικότητα και επιβεβαιώνεται από τα πράγματα.

Το 1836 εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο ως αρχηγός καταδιώξεως της ληστείας ο Βασίλης Σκαλτσοδήμος, ταγματάρχης της χωροφυλακής με μεγάλη δράση κατά της ληστοκρατίας, γιος του γενναίου οπλαρχηγού της Δωρίδας, Δήμου Σκαλτσά. Ο Γιαννάκης Στάικος έσπευσε να προσεταιριστεί τον δυνατό εκπρόσωπο του επισήμου κράτους με συνοικέσιο. Του έδωσε γυναίκα τη μεγαλύτερη κόρη του, Μαριώσσα. Γιος τους είναι ο Ανδρέας Σκαλτσοδήμος που διετέλεσε Βουλευτής και δήμαρχος Αγρινίου, πρωτοπαλλήκαρο του Τρικούπη στην περιοχή. Στις μετέπειτα γενιές τα πράγματα αλλάζουν. Οι θυγατέρες του Σκαλτσοδήμου παντρεύονται γιατρούς: η Σπυριδούλα τον Μιχαήλ Μπέλλο, τον μετέπειτα δήμαρχο του Αγρινίου. Κόρη τους είναι η Ευανθία Γκινοπούλου, γνωστή για τη φιλανθρωπική και κοινωνική της δράση. Ο γιος τους Βασίλης (Βενιζελικός) νυμφεύεται την Ευανθία Βλαχοπούλου από την αντίπαλη οικογένεια των Βλαχοπουλαίων. Η άλλη κόρη του Σκαλτσοδήμου, Δήμητρα, παντρεύτηκε τον στρατιωτικό γιατρό Νικόλαο Παπάίωάννου από το Λιδωρίκι24.

Αν κανείς παρατηρήσει τις επιγαμίες απογόνων των οικογενειών αυτών, θα διαπιστώσει διεύρυνση του πλαισίου που διαγράψαμε. Εκτός από τους στρατιωτικούς προτιμώνται και οι επιστήμονες από σόι -το θέμα μας απασχολεί και παρακάτω- ενώ και οι αντίπαλες οικογένειες συμπεθερεύουν.

Ο άλλος κόσμος

Υπάρχει όμως και ένας άλλος κόσμος στο μετεπαναστατικό Βραχώρι που προσπαθεί να επιβιώσει. Είναι οι αυτόχθονες Βραχωρίτες, κολίγοι και μικροκαλλιεργητές, που επανέρχονται στις μπαρουτοκαπνισμένες εστίες. Από τις 600 χριστιανικές οικογένειες που υπήρχαν προεπαναστατικά, αριθμούνται στις απογραφές του Καποδίστρια (1828-1830) 249 στο Βραχώρι που έχουν και ιδιόκτητες οικίες και 343 στην επαρχία Βλοχού. Δηλαδή όλοι μαζί, Βραχωρίτες, Βελαουστιάνοι και Βλοχαΐτες που αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης, αριθμούν 1.020 ανθρώπους25. (Την ίδια εποχή το Μεσολόγγι απογράφεται με 4.000-5.000 κατοίκους26.)

Την οικονομική εξαθλίωση δείχνει και η απογραφή των γαιών Βλοχού, οι οποίες έμεναν στο μεγαλύτερο ποσοστό ακαλλιέργητες. Από τα ντοκουμέντα της εποχής γίνεται φανερή μια δυναμική συσπείρωση των Βραχωριτών γύρω από τις ενορίες παλιός Άγιος Χριστόφορος και Αγία Τριάδα, μετόχι αρχικά της Μονής Τατάρνας. Άλλωστε η ενοριοσυνοικία αποτελούσε μορφή κοινωνικής οργάνωσης και από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, γιατί εξυπηρετούσε τη συλλογή των φόρων. Οι περισσότερες οικογένειες που σημειώνονται στα έγγραφα απαντώνται κατά τα 3/4 και σήμερα, στοιχείο και αυτό κοινωνικής συνέχειας και συνοχής27. Είναι κάτοχοι μικρού γεωργικού κλήρου. Τις μεγάλες εκτάσεις γης έχουν οι προυχοντικές και αρματολικές οικογένειες28. Έτσι, οι μικροϊδιοκτήτες και κολίγοι λειτουργούν δορυφορικά απέναντι στα τζάκια. Στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων29 -η κυρίαρχη οικογένεια οικειοποιείται πληθυσμούς προσφέροντας προστασία- εξαρτώνται από τους συγγενικούς κλάδους τζακιών και καπετανάτων. Για το πλέγμα εξαρτήσεων και προστασίας η συλλογική μνήμη είναι φορτισμένη (σχέσεις εργατών, αγροτών, υπηρετών με γαιοκτήμονες κ.ά.).

Το πρόβλημα των ετεροχθόνων

Στα 1822 που επανέρχονται οι Σουλιώτες από τα Επτάνησα γίνεται πρόταση από το εκτελεστικό να εγκατασταθούν στο Ζαπάντι. Οι ντόπιοι ενταντιώθηκαν υποκινούμενοι και από τους οπλαρχηγούς γαιοκτήμονες, αρχικά τον Γ. Ράγκο και αργότερα τον Γιαννάκη Στάικο. Υποδαυλίζοντας φατριασμούς μεταξύ των Σουλιωτών παρέσυραν τους Τζαβελλαίους εις Βάρος του Μάρκου Μπότσαρη. Η αντίδραση αυτή εκφράστηκε δυναμικά και μέσω των Βουλευτών (Παραστατών) με διαμαρτυρία τους προς την κυβέρνηση για ενέργειες Σουλιωτών εις Βάρος ντόπιων. Έτσι, λόγω της διχόνοιας μεταξύ Σουλιωτών και ντόπιων επικρατούσε μεγάλη ακαταστασία στην Αιτωλοακαρνανία, με επικίνδυνες επιπτώσεις στον εθνικό αγώνα. Ο έπαρχος Κ. Μεταξάς έπαιξε ενωτικό ρόλο βάζοντας όμως στο περιθώριο το αίτημα του Ζαπαντιού ενόψει του εθνικού κινδύνου (εκστρατεία του Μουσταή πασά της Σκόδρας και του Ομέρ Βρυώνη).

Έκτοτε στην πόλη του Βραχωριού διογκώνεται ένα κύμα δυσφορίας κατά των ετεροχθόνων και οι διαχωριστικές τάσεις ανάμεσα σε ντόπιους και ξενομερίτες γίνονται ευκρινέστερες κατά τη μετεπαναστατική περίοδο. Το αίτημα των Σουλιωτών για νέα εγκατάσταση προβάλλει και τα επόμενα χρόνια (Γ’ Εθνοσυνέλευση 1826, 1828 στον Καποδίστρια). Τελικά με απόφαση της Ε’ Εθνοσυνέλευ­σης πέτυχαν να τους δοθούν γαίες από τα εθνικά οικόπεδα στη Ναύπακτο και στο Βραχώρι. Τότε παραχωρήθηκαν, επίσημα πλέον, 1.600 πήχεις Βραχωρίτικης γης σε κάθε σουλιώτικη οικογένεια. Η εκτέλεση όμως των αποφάσεων του Βουλευτικού κωλυσιεργούσε, οι τίτλοι κυριότητας δεν είχαν δοθεί και τα σχέδια πόλεων που πρότεινε τότε η Βαυαροκρατία δυσχέραιναν τις οριοθετήσεις. Τελικά, στα 1834 βρίσκονται εγκατεστημένες στο Αγρίνιο 157 οικογένειες Σουλιωτών και 53 οικογένειες Ηπειρωτών που επαυξάνονται τα επόμενα χρόνια. Η συλλογική μνήμη διασώζει ότι οι εκτάσεις Βόρεια της Παναγίας και του πάρκου ήταν σουλιώτικες γαίες.

Οι Σουλιώτες μαζί με Καλαρρυτηνούς και Κομποτιάτες δημιούργησαν το σουλιώτικο μαχαλά που εκτεινόταν από την περιοχή Βόρεια του πάρκου ως τον Άγιο Δημήτριο, ξωκκλήσι ως τότε, τον οποίο οι Σουλιώτες ανέδειξαν σε ενοριακό και κοιμητηριακό ναό. Αίπλα υπήρχε’το νεκροταφείο των Σουλιωτών που διατηρήθηκε εκεί μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Η διεύρυνση του σουλιώτικου μαχαλά με την εγκατάσταση όλο και περισσότερων Ηπειρωτών στο Αγρίνιο, όπου διέφευγαν μαζικά από την τουρκοκρατούμενη τότε Ήπειρο., απαιτούσε τη δημιουργία μιας δεύτερης ενορίας. Έτσι. ιδρύθηκε η Ζωοδόχος Πηγή (Παναγία), γεγονός που έγινε αφορμή ρήξεως με τους Βραχωρίτες.

-Η πόλη γενικά κλυδωνίζεται από τους φατριασμούς αυτοχθόνων και ετεροχθόνων που αντανακλώνται στις αναφορές προς την κυβέρνηση. Στους ανέργους και ακτήμονες Σουλιώτες αποδίδονται ληστείες, καταχρήσεις, ανυποταξία και το ενδεχόμενο «ταραχής του κράτους». Η κατάσταση εκτραχύνεται μετά την παραχώρηση χωραφιών του Ζαπαντιού στους Σουλιώτες, γεγονός που εξοργίζει τον Γιαννάκη Στάικο και τη φατρία του. Οι τελευταίοι έκαναν λόγο για υποτέλεια των γηγενών στους νέους οικιστές και για ζημιά 2.000 ντόπιων οικογενειών προς όφελος των Σουλιωτών30. Πολλές από τις «μάντρες» του Ζαπαντιού (Γουβελαίοι, Ναουμαίοι κ.ά.) ήταν σουλιώτικες γαίες.

Μια άλλη κατηγορία Σουλιωτών που διεκδικούν γαίες στο Βραχώρι είναι οι Φαλαγγίτες. Η Φάλαγγα είχε συσταθεί το 1835. Σύμφωνα με νόμο του 1838, οι Φαλαγγίτες υπό τον όρο παραίτησης από το δικαίωμα του μισθού μπορούσαν να διεκδικούν εθνικές γαίες αξίας ίσης με το πενταπλάσιο του ετήσιου μισθού. Έτσι, και στο Βραχώρι σουλιώτες Φαλαγγίτες επιδιώκουν να εξαγοράσουν Βραχωρίτικες γαίες με «πιστωτικά φαλαγγιτικά γραμμάτια»31.

Τα πάθη και τα μίση είχαν τόσο ενταθεί, ώστε και τα μικρά παιδιά, όταν έπαιζαν κλεφτοπόλεμο ήταν χωρισμένα σε αντίπαλες ομάδες (σουλιωτάκια-Βραχωριτάκια). Κάθε βράδυ ο δημοτικός αστυνόμος αναγκαζόταν να κλείνει τη γέφυρα του Δημοτσέλιου που χώριζε τους δύο μαχαλάδες, για νο αποφεύγονται οι συμπλοκές, συνηθισμένο φαινόμενο και πολύ αργότερα (1860-1865). Ιδού μια ανταπόκριση από τον τοπικό τύπο: «Τραγική συμπλοκή διεδραματίσθη εν Αγρινίω χθες Κυριακή 25 Ιουνίου 1863… Προσκληθείσα δε η Εθνοφυλακή εις τα όπλα, παρέστη διηρημένη εις δύο στρατόπεδα εξ ενός οι Ηπειροσουλιώται και αφ’ ετέρου οι Βραχωρίται αρξάμενοι του κατ’ αλλήλων πυροβολισμού διαρκέσαντος επί τέσσερες ώρες»32.

Η συλλογική μνήμη διασώζει και μια άλλη όψη της καθόδου των Ηπειρωτών. Πρόκειται για την ειρηνική εισβολή των μαστόρων που ανοικοδόμησαν τότε την κατεστραμμένη πόλη. Οι παλιοί Βραχωρίτες θυμούνται ότι η περιοχή γύρω από τους σημερινούς Αγίους Αναργύρους ονομαζόταν «μαστορικά». Εκεί κοντά ήταν τα σπίτια παλιάς οικογένειας μαστόρων, των Τσουλουφαίων.

Ο εγκεντρισμός των Σουλιωτών στον πληθυσμιακό κορμό του Αγρινίου ανανέωσε το δημογραφικό δυναμικό της πόλης. Η ενσωμάτωση των Σουλιωτών, λόγω της αρχικής αντιπαλότητας, είναι βραδεία σε σχέση με αυτή των άλλων επηλύδων. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Το παράδειγμα του Π. Δαγκλή, γεννημένου στο Αγρίνιο το 1853, είναι αξιοσημείωτο. Διακρίνεται για ταχύτατη και αξιόλογη στρατιωτική και πολιτική εξέλιξη: καθηγητής της πυροβολικής στη Σχολή Ευελπίδων και διευθυντής της (1889-1912), αρχιστράτηγος του στρατού της Ηπείρου το 1913, Βουλευτής Ιωαννίνων και υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου και αργότερα μέλος της «προσωρινής κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης» (1916) στη θεσσαλονίκη33.

Απαρχή ανάπτυξης και κοινωνικών αλλαγών

Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ο πληθυσμός του Αγρινίου παρουσιάζει σημαντική αύξηση και ανανέωση. Κατά την απογραφή του 1861 απογράφονται στο δήμο 5.579 κάτοικοι. (Ο δήμος εκτός από το Αγρίνιο περιλάμβανε τη Βελάουστα, το Δοκίμι, το Ζαπάντι, τον Πλάτανο, τη Σπολάιτα και διαλυμένα μοναστήρια.) Στην έδρα του δήμου αριθμούνται 3.886 κάτοικοι και 13.158 στην επαρχία34. Κάτοικοι ορεινών περιοχών που πηγαινοέρχονται στο Αγρίνιο με τ’ αγώγια και τις καρότσες -πλούσιο υλικό για τις μετακινήσεις διασώζει η προφορική παράδοση- για τη διακίνησα των εμπορευ­μάτων ενσωματώνονται σιγά σιγά στον πληθυσμό. Έτσι, παρατηρείται κατά συρροή κάθοδος ορεινών από τη Ναυπακτία, την Τριχωνίδα και την Ευρυτανία στο Βραχώρι (Κόνισκα, Πλάτανο, Δορβιτσά, Αράχωβα, Περίστα, Σίμου, Φραγκίστα, Δομνίστα, Ροσκά, Άμπλιανη, Μπρουσό, Φουρνά, Ζακόνινα). Η συλλογική μνήμη διασώζει λεπτομέρειες απ’ αυτή τη μετοικεσία.

Μετά τους καταστροφικούς για την πόλη σεισμούς του 1887, 1888 και 1889 κατακλύζουν την πόλη μαστόροι από την Κόνιτσα και τα Τζουμέρκα, την Κλεπά και τη Λομποτινά. Έτσι, την ίδια χρονιά, 1889, ο δήμος αριθμεί 9-972 κατοίκους και η έδρα του, το Βραχώρι, 7.430 παρά τις θανατηφόρες για τον πληθυσμό επιδημίες της Βλογιάς και της ιλαράς (1881,1886) – φοβερή ήταν και η πανώλη το 1855. Ας σημειωθεί ότι η συλλογική μνήμη διατηρεί μέχρι σήμερα την ανάμνηση από τη φοβερή μάστιγα των επιδημιών που ξεκλήριζε οικογένειες – πέθαιναν 25-30 τη μέρα. Εκτός από τα θύματα άφησε ανθρώπους ανάπηρους και οδήγησε οικογένειες σε οικονομική δυσπραγία. Κατέβαζαν τότε για λιτάνευση στην πόλη τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας35.

Οι συγκυρίες ευνοούγ την απασχόληση των ετεροχθόνων και κατά συνέπεια την κοινωνική κινητικότητα και την πληθυσμιακή αύξηση της πόλης36. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενσωμάτωσης ετεροχθόνου που αποκτά ταχύτατα κοινωνική επιφάνεια είναι της οικογενείας Μπαϊμπά. Ο Γεώργιος Μπαϊμπάς, γεννημένος στο Αγρίνιο στα 1848, γιος του Ιωάννη Κονισκίώτη που εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, κατόρθωσε να αυξήσει τόσο την περιουσία του πατέρα του και να επιβληθεί στην πόλη, ώστε εξελέγη δήμαρχος (1899-1907) παρουσιάζοντας μάλιστα αξιόλογο έργο (αρτεσιανά, πηγάδια, γεφύρια)37.

Επί Τρικούπη εκτός από τη γέφυρα του Αχελώου (1881) εγκαινιάζεται και η σιδηροδρομική γραμμή της Δυτικής Ελλάδας, Αγρίνιο – Μεσολόγγι – Κρυονέρι – Πάτρα (1889), καθώς και τα παρακλάδια Αιτωλικό – Νεοχώρι – Κατοχή και όχθες Αχελώου. (Μέχρι τότε η επικοινωνία γινόταν με τις περαταριές.) Το Αγρίνιο παίρνει την όψη μεταπρατικής πόλης και εμπορικού κόμβου για τη διακίνηση των εμπορευμάτων από την Πελοπόννησο και τη Στερεά προς την Ήπειρο αλλά και την ενδοχώρα της Ρούμελης38.

Ενώ στις απογραφές του Καποδίστρια το 1828 οι κάτοικοι χαρακτηρίζονται γεωργοί και ποιμένες, ούτε καν τεχνίτες, όπως οι κάτοικοι του Αιτωλικού^ στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές. Το εμπόριο των σταφιδαμπέλων, καλλιέργεια που απαντά στην κοιλάδα του Βραχωριού από το 17ο αι., -κατά το 1830 καταγράφονται στην πόλη του Βραχωρίου 3.051 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων, από τους οποίους 276 είναι σταφιδάμπελοι, και 564 στρέμματα εθνικών αμπελώνων, από τους οποίους 106 είναι σταφιδάμπελοι40- δεν είναι το μοναδικό. Αρχίζει να κατακτά έδαφος η καλλιέργεια του καπνού και της ελιάς.

Η στροφή των μικροκαλλιεργητών προς τις εμπορευματικές καλλιέργειες, κυρίως του καπνού στα μέσα του 19ου αι. και μάλιστα τη δεκαετία 1860-1870 και αργότερα της ελιάς, ενισχύει την εμπο­ρική κίνηση. Η ετήσια παραγωγή καπνού, ενώ πριν δεκαετίες ήταν ασήμαντη, κατά το 1870 και εξής, σε περιόδους ευφορίας, ανέρχεται σε 1.000.000 οκάδες. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής ήταν εξαγώγιμο. Έτσι, ανάμεσα στα επαγγέλματα που επισημαίνονται στην πόλη συγκαταλέγονται και παραγγελιοδόχοι και έμποροι του καπνού. Στην έκθεση ελληνικών προϊόντων που έγινε στο Παρίσι στα 1878 το Αγρίνιο αντιπροσωπεύεται με τον μυρωδάτο καπνό, που είχε τότε εισαχθεί, και τον ντόπιο. Παράλληλα είχαν σταλεί κομμένος καπνός, τσιγάρα και κούτες τσιγάρων, προφανώς από ντόπια υποτυπώδη βιοτεχνία41.

Στις εξαγωγές από το Αγρίνιο συμπεριλαμβάνονται ακατέργαστα μαλλιά, δέρματα, πολλά ζώα, βελανίδια εξαιρετικής ποιότητας και σε μεγάλες ποσότητες, σανίδες για οικοδομές, και σε μικρές ποσότητες σιτηρά, σταφίδα και οίνος. Η ελαιοκαλλιέργεια προφανώς δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί. Σ’ αυτή την περίοδο, κυρίως στα τέλη του αιώνα και στις αρχές του 20ού με τη σταφιδική κρίση, πρέπει να άρχισε το ξερίζωμα των αμπελιών και η επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας. Τα τοπωνύμια και σήμερα στους ελαιώνες του Ρουπακιά, «αμπέλι, αμπελάκι, αμπελώνας, αμπέλια» υποδηλώνουν την προτέρα καλλιέργεια που έδωσε τη θέση της στην ελιά.

Οι εισαγωγές συνίστανται σε υφάσματα, γυαλικά, κατεργασμένα δέρματα, αρώματα, χρωστικές ουσίες, ταριχευμένα κρέατα και ψάρια, καφέ, ζάχαρη, ζαχαρωτά, λινέλαιο, πετρέλαιο, διάφορα τρόφιμα και φάρμακα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εμπορευματοποίησης της οικονομίας δημιουργούνται οι πρώτες βιοτεχνικές και εμπορικές μονάδες. Εκτός από την επεξεργασία του καπνού και την υποτυπώδη Βιοτεχνία τσιγάρων που θα λάβει την πλήρη οργάνωση της στις αρχές του 20ού αι., εγκαινιάζεται στο Αγρίνιο και η βυρσοδεψία από τους ορεινούς επήλυδες, οι οποίοι είχαν προσβάσεις στα ποιμνιοστάσια και τους φορείς της κτηνοτροφίας42. Εξάλλου ο αριθμός των ποιμνίων είχε τόσο πολλαπλασιαστεί που δεν επαρκούσαν τα λιβάδια. Στην Αιτωλία είχαν εγκατασταθεί 60 ποιμενικές οικογένειες και η διανομή των λιβαδιών δημιουργούσε συγκρούσεις43. Στον κάμπο του Βραχωριού και στους λοφίσκους πίσω από το πάρκο (Μπανιέικα, Παυλέικα), σύμφωνα με διηγήσεις παλιών Βραχωριτών, έβοσκαν πολυάριθμα ποίμνια.

Έτσι, παράλληλα με τα Βυρσοδεψεία που αναπτύσσονται κατά μήκος του αυλακιού της Ερμίτσας, ανθεί και γενικότερα το εμπόριο των δερμάτων, κυρίως μικρών κατσικίσιων, καθώς και η ποτοποιία για τη διανομή ποτών στην περιφέρεια, διότι υπάρχει λόγω της αμπελοκαλλιέργειας ως πρώτη ύλη το τσίπρο (ρακί). Άλλες επιτόπιες Βιοτεχνίες ήταν τα ξυλουργεία, που οργάνωναν και την υλοτομία και την επεξεργασία του ξύλου για χονδρές και λεπτές σανίδες (φραδέλια), τα κεραμοποιεία (κατασκευή κυρίως λεπτών πλίνθων) και τα ασβεστοποιεία44, που χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη τον ασβεστόλιθο της Κλεισούρας.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στο δεύτερο μισό του 19ου αι. και κυρίως στο τελευταίο τέταρτο δημιουργείται η υποδομή για την οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Η ετήσια εμποροπανήγυρη που συστάθηκε το 1854 και γινόταν επί δεκαήμερο στην Υψηλή Παναγιά στο Ζαπάντι, αντανακλά τη νέα πραγματικότητα. Παρότι συγκεκριμένα στοιχεία λείπουν -η παράδοση διασώζει δρώμενα με αρματωμένους, όπως στα άλλα αιτωλικά πανηγύρια του Αϊ-Συμιού και της Άγια-Αγάθης- είναι γεγονός ότι επιχειρεί­ται αναβίωση του βραχωρίτικου πανηγυριού της Τουρκοκρατίας, γεγονός που ενισχύει την εσωτερική αγορά. Το θέμα Βέβαια θα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί σε συνάρτηση και με τα άλλα πανηγύρια του νομού (ΛιγοΒιτσίου, Θέρμου, Ναυπάκτου, Κατούνας, Καρβασαρά, Κωνωπίνας), προκειμένου να προσδιοριστεί ο αστικός ή όχι χαρακτήρας της πανήγυρης (παζαριού), να σταθμιστεί το εύρος των ανταλλακτι­κών διαδικασιών και να προσδιοριστεί η εξάρτηση του από τα άλλα πανηγύρια της αγροτικής περιφέρειας 45.

Το 1864 δημιουργείται υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Μεσολόγγι και επακολουθεί το 1868 η ίδρυση υποκαταστήματος στο Αγρίνιο. Οι πιστωτικές συναλλαγές των Βραχωριτών (ενυπόθηκα δάνεια, προεξοφλήσεις) μαρτυρούν για τη στενότητα του ρευστού χρήματος, αλλά και τα ανοίγματα της οικονομίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην πόλη οι τοκιστές αποτελούν ιδιαίτερο επαγγελματικό κλάδο, κατάλοιπο και αυτό της Τουρκοκρατίας. Πρώτος Διευθυντής του υποκαταστήματος υπήρξε ο Επαμεινώνδας Μεγαπάνος, από τη γνωστή οικογένεια των προκρίτων46Αν ληφθεί υπόψη ότι η ανοικοδόμηση της πόλεως άρχισε το 1830 και μάλιστα σε ένα νομό με τη βραδύτερη οικονομική ανάπτυξη -η Αιτωλοακαρνανία παρά τη μεγάλη έκταση της ήταν ο νομός με τα λιγότερα κτίσματα- δεν χωρεί αμφιβολία για την προϊούσα δημογραφική και οικονομική εξέλιξη. Είναι γεγονός ότι το Αγρίνιο και η περιοχή του ξεφεύγουν από τη στασιμότητα. Παρότι δεν επισημαίνονται άλματα, έχω την εντύπωση ότι στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. διαμορφώνεται ο πυρήνας της ανά­πτυξης48. Κι αυτό συνίσταται στην παγίωση των τρόπων παραγωγής και τη συσπείρωση και οργάνωση της εσωτερικής αγοράς. Όπως προσφυώς έχει παρατηρηθεί: «η εξωτερική αγορά παρέχει κίνητρα, η αποικιακή αγορά εξασφαλίζει πλούτη, η εσωτερική αγορά εδραιώνει αποφασιστικά τον τρόπο παραγωγής» (Ρ. Vilar).

Έτσι, ενώ στις επαρχίες που παραμένουν υπό την κλειστή οικονομία (Βάλτος – Ναυπακτία) διατηρούνται οι παραδοσιακές ανισότητες, στο Αγρίνιο παρατηρείται κοινωνική κινητικότητα. Παρότι η οικονομική ανάκαμψη είναι βραδεία -δεν υπάρχει ούτε μια ατμοκίνητη βιοτεχνική μονάδα στην πόλη- η συμμετοχή του ενεργού πληθυσμού στις παραγωγικές διαδικασίες περιορισμένη και η κοινωνική σύνθεση δύσκολα ανατρέψιμη (πρβλ. πίνακα 4), δημιουργούνται ανακατατάξεις. Παρατηρείται ανταγωνισμός μεταξύ απογόνων των παραδοσιακών τζακιών και καπετανάτων, που είναι συνήθως πολιτικοί και στρατιωτικοί, και νέων κοινωνικών ομάδων από επιστήμονες και εμπόρους που αναδεικνύονται καθώς και μεγαλοκτηματίες (Παπαστραταίοι, Παναγοπουλαίοι, Αλεξοπουλαίοι, οικ. Δημάδη, Μουστακοπουλαίοι, Ξυνοπουλαίοι, Τζωρτζοπουλαίοι, Μπουκογιανναίοι κ.ά.)49, διαμορφώνοντας μεγαλοαστική και μεσοαστική τάξη. Ωστόσο, παρά τους εγκεντρισμούς και τις ενσωματώσεις ο κοινωνικός ιστός φαίνεται αρραγής – κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα.

Είναι γεγονός ότι μια νέα τάξη πραγμάτων αρχίζει να αναδύεται. Η κατάσταση που σκιαγραφήσαμε αντανακλάται στην περίφημη έκθεση των ειδών της ελληνικής τέχνης που οργανώθηκε στο Αγρίνιο το 1898 σε συνδυασμό με πανελλήνιο φεμινιστικό συνέδριο στο πλαίσιο της δραστηριότητας του τοπικού συλλόγου «Εργάνη Αθηνά*». Μέσα σε λίγες μέρες το Αγρίνιο πήρε όψη μεγαλόπολης. Κοσμοσυρροή από όλη την Ελλάδα, αλλά και από το εξωτερικό: διπλωμάτες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι. Στο συνέδριο μιλούν κορυφαίες προσωπικότητες του φεμινιστικού κινήματος, αλλά και η έκθεση με προϊόντα βιοτεχνικής και Βιομηχανικής παραγωγής από διάφορες ελληνικές περιοχές είχε μεγάλη επιτυχία50.

Εντωμεταξύ το 1896 ο πληθυσμός του δήμου ανήλθε σε 9.609 κατοίκους και της έδρας του σε 6.73347·

Οι διαμάχες κλεφτών και αρματολών και αρματολικών οικογενειών μεταξύ τους, η αναμέτρηση αρματολών και προεστών για την οικονομική και παράλληλα την κοινωνική επιφάνεια συνέθεταν ένα κλίμα εντάσεων στο προεπαναστατικό Βραχώρι που κληροδοτήθηκε στα επόμενα χρόνια αναπαράγοντας άλλα σχήματα αντιθέσεων (των ντόπιων-ξένων, Πάνω Ντούτσαγας-Κάτω Ντούτσαγας). Ο χαλκουνοπόλεμος πιθανόν να έχει εκεί την αφετηρία του, αφού και οι χαλκουνάδες διαμοιράζονταν σε σουλιωτάκια και βραχωριτάκια. Έτσι οι παλιές διαμάχες επιβίωναν βίαια μέσα από τα εορταστικά δρώμενα51.

Από το άλλο μέρος η έκθεση κατά το 1898 στο Αγρίνιο προϊόντων Βιοτεχνικής και Βιομηχανικής παραγωγής, που συνδέεται με την οργάνωση φεμινιστικού κινήματος στο Αγρίνιο και τη δράση του συλλόγου «Εργάνη Αθηνά» -του οποίου το καταστατικό έχει εκδοθεί52-‘δείχνει ένα άλλο προφίλ της πόλης. Η κοινωνία των αντιθέσεων. Παράδοση και πρόοδος συνυπάρχουν. Παρά τη γενικότερη καθυστέρηση στην περιοχή και τις δυσκολίες επικοινωνίας, η αγρινιώτικη κοινωνία φαίνεται να γρηγορεί ενόψει των προκλήσεων του νέου αιώνα (20ού).

Υπομνηματισμοί:

(1) Αξιοσημείωτο είναι ότι από τα 30.195 ιδιόκτητα ελαιόδενδρα οτην περιοχή του Αιτωλικού, τα 23 028 βρέθηκαν πυρπολημένα και καμένα. Βλ. Αρχείο Ιωάννου Καποδίστρια, τ. Η’ (επιμ. Κ. Δάφνη – Κ. Κωστή), Κέρκυρα 1987, Στατιστικαί παρατηρήσεις 1828, 1829 και 1830, α. 292.
(2) Για τη συγκρότηση της νεοελληνικής πόλης βλ. Πρακτικά Συμποσίου της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Νεοελληνική πόλη: Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος, Αθήνα 1985. Δ. Καρύδης, Χωρογραφία νεωτερική ή λόγος για τη συγκρότηση και εξέλιξη των ελληνικών πόλεων από τον ί5ο στον 19ο αι., Αθήνα 1993.
(3) Ζακ Λε Γκόφ, Ιστορία και μνήμη, Μτφρ. από τα Γαλλικά Γ. Κουμπουρλής, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σ. 288.
(4) Dominique Aron – Schapper Daniele Hanet, Histoire orele ou archives orales, Paris 1980.
(5) Ζακ Λε Γκοφ, ό.π., σ. 278, 281. Για τη διεπιστημονική προσέγγιση της ιστορίας με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες: Ιωάννα Λαμπίρη-Δημάκη, «Διεπιστημονική συνεργασία ιστορίας και άλλων κοινωνικών επιστημών», Ίστωρ, τχ. 5, Απρίλιος 1993, σ. 5-8; Νικηφόρος Διαμαντούρος, «Η σημασία της Ιστορίας και ειδικότερα της διεπιστημονικής προσέγγισης για την πολιτική ανάλυση», Ίστωρ, τχ. 5, Απρίλιος 1993, σ. 9-12. Συγκεντρωμένη Βιβλιογραφία για τη διεπιστημονικότητα: Ελ. Γιαννακοπούλου, «Διεπιστημονικότητα και διδακτική: η περί­πτωση των κοινωνικών επιστημών». Στα πρακτικά Συνεδρίου της Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης (υπό έκδοση).
(6) Ζακ Λε Γκόφ, ό.π., σ. 281. Για τις σχέσεις Ιστορίας-Κοινωνιολογίας, Ν. Μουζέλης, «Πάνω στις σχέσεις ιστορίας-κοινωνιολογίας», Ίστωρ, τχ. 5, Απρίλιος 1993, σ. 13-26. Για την ιστορική κοινωνιολογία, Theda Skocpol, Ιστορική Κοινωνιολογία, Όραμα και μέθοδος, Μτφρ. Σπ. Μαρκέτου, Αθήνα 2000.
(7) Helene Yannakopoulou, “Les communautes villageoises en Grece Continentale (18eme du but du 19eme siecle) 1994 (υπό έκδοση).
(8) Δ. Λουκόπουλος, Η εν Αιτωλία μονή της Μυρτιάς, ΗΜΕ, (1928) σ. 313-
(9) Ι. Ν. Κουφός, λήμμα «Αλάμπεη γεφύρια», Αιτωλοακαρνανικά και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’, Αθήναι 1964, σ. 344-345.
(10) Γ. Κωνσταντινίδης, «Το Κάρληλι και η φορολογία αυτού περί τα τέλη του ΙΗ’ και τας αρχάς του Ιθ’ αιώνος κατ’ ανέκδοτον ιατριαρχικόν έγγραφον εκ του έτους 1793-, Αρμονία, 1 (1900) σ. 469. Βλ. και Ι. Γιαννόπουλος, «Η διοικητική οργάνωαις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821), εν Αθήναις 1971, σ. 79-80. Επίσης, Θεόδωρος Θωμόπουλος, Το Αγρίνιο απ’ την αρχαιότητα ως σήμερα, Αθήνα 1954, ο. 10. Β. Λαμνάτος, Τρεις ιστορικές οικογένειες της Ρούμελης (Σκαλτσοδήμου, Στάικου και Παπαϊωιννου) Αθήνα 1994, σ. 86.
(11) Β. Λαμνάτος, ό.π., σ. 82-85.
(12) Ν. Κασομούλης, Στρατιωτικά ενθυμήματα, (εκδ. Χ. Κοσμαδάκη) Αθήνα χχ, τ. Α’, σ. 107,109. Θωμόπουλος, ό.π., σ. 126-128. Ναπολ. Δοκανάρης, Ο στρατηγός του αγώνα της ανεξαρτησίας Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος 1789-1868, Ιωάννινα 1987, σ 15-18, όπου αϊ σχετική βιβλιογραφία. Για τη διαμάχη με τους Γιολδασαίους, Κ. Παπαδόπουλος, «Οι Γιολδασαίοι και οι σχέσεις τους με τον Καραϊσκάκη», Πρακτικά Γυνεδρίου Παντείου Πανεπιστημίου: Η Ευρυτανία κατά τους προεπαναστατικούς και επαναστατικούς χρόνους (Καρπενήσι 16-19 Σεπτ. 1993) Αθήνα 1995, σ. 107.
(13) Θωμόπουλος, ό.π., 130-131. Βλ. και λήμμα Π. Γαλάνης στην Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια τ. Β’, σ. 645. Για την προσωπικότητα του Γαλάνη Μεγαπάνου, Λένα Γιαννακοπούλου, «Όψεις του παλιού Βραχωριού, Κοινωνία-εκκλησίες-ενορίες», Α’, Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 26-27, Νοέμβριος 1997, σ. 41. Της ίδιας, «Όψεις του παλιού Βραχωριού, (Κοινωνία-εκκλησίες-ενορίες)», Β’ ••Το ιστορικό της Αγίας Τριάδας (1801-1843)», Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 28-29, Μάρτιος 1998, σ. 41, όπου και η σχετική Βιβλιογραφία
(14) Στεφ. Παπαγεωργίου, «Αρματολοί: Μια ένοπλη χριστιανική Ελίτ της οθωμανικής κοινωνίας. Η στάση τους απέναντι στο ,φνικό πρόβλημα», Πρακτικά Συνεδρίου Παντείου Πανεπιστημίου: Η Ευρυτανία κατά τους προεπαναστατικούς και επαναστατικούς χρόνους, ό.π, σ. 27. Ελ. Γιαννακοπούλου, «Όψεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην Ευρυτανία (Ι8ο-19ο αι.)», (Νέα αρχειακά στοιχεία), Πρακτικά Συνεδρίου Παντείου Πανεπιστημίου, ό.π., σ. 264-266. Γερ. Ηρ. Παπατρέχας, Αρματολισμός και κλεφτουριά στην Ακαρνανία και Αιτωλία, Αγρίνιο 1997, σ. 21-34.
(15) Σπ. Ασδραχάς, «Από τη συγκρότηση του αρματολισμού, ένα ακαρνανικό παράδειγμα», στο Ελληνική κοινωνία και οικονομία ιη’ και ιθ’ αι., Αθήνα 1982, σ. 232-233. Yannakopoulou, “Les communautes villageoises, ό.π. Παπατρέχας, 1997, ό.π., σ. 75-77. Του ίδιου, Ιστορία του Αγρινίου και της γύρω περιοχής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, Αγρίνιο 1991, σ. 264. Βλ. και Κασο­μούλης, Στρατιωτικά ενθυμήματα, ό.π., τ. Α’, σ. 31, για τη διαμάχη Κοντογιανναίων και Χατζιοκαίων στο αρματολίκι του Πατρατζικίου.
(16) Κασομούλη, Απομνημονεύματα τ. Α, ό.π., σ. 113-115. Μιλ. Τζάνη, «Ο Αλεζάκης Βλαχόπουλος εις Αγίον Μαύραν» (ανέκδο­τα έγγραφα) Εφημ. ΛΑΟΣ (Αγρινίου) της 23 Νοεμβρίου 1958. Παπατρέχας, 1997, ό.π., σ. 65-67. Του ίδιου, 1991, ό.π., σ. 162-164. Θωμόπουλος, ό.π., σ. 100-103. Δοκανάρης, ό.π., σ. 17-20, 25-27, 32-40. Για το καπετανάτο του Αλεξάκη Βλαχόπουλου, (1817;) «ως προίκα επιβληθέντος συνοικεσίου υπό του Αλή πασά»: θ. Χαβέλλα, Ιστορία των Αιτωλών, εν Αθήναις 1883, τ. Β’, σ. 56.
(17) Θωμόπουλος, ό.π., σ. 131-132.
(18) Για την οργάνωση του στρατού επί Καποδίστρια: Στεφ. Παπαγεωργίου, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Αθήνα 1986. Του ίδιου, «Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια», στο Ιωάννης Καποδίστριας, 1776-1831, ο κορυφαίος Έλληνας Ευρωπαίος, Εισαγωγή – επιμέλεια – σχόλια Π. Πετρίδη, Αθήνα 1992, σ. 309-320. θ. Βερέμης, «Σκέψεις γύρω από τον τακτικό στρατό και το σώμα των ελλήνων αξιωματικών 1828-1835» στο Η πολιτική στη σύγχρονη Μεσόγειο, Αθήναι 1981, σ. 610. Κ. Βακαλοπούλου, «Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του φιλικού Γεωργίου Λασσάνη», Το στρατιωτικών της Ελλάδος, θεσσαλονίκη (Μακεδόνικη Β/κη αρ. 41) 1937. Για τη χωροφυλακή βλ. Ν. Δοκανάρης, «Ελληνική Χωροφυλακή 1833-1975», Στρατιωτική επιθεώρηση, Αθήναι 1979. Γενικότερα, Ε. Σταοινοπούλου, Ο στρατός της πρώτης εκατονταετίας, Αθήνα 1935. Για τη φάλαγγα, χωροφυλακή και οροφυλακή σε συνάρτηση με την καταστολή της ληστείας Βλ. Κολιόπουλος, Ληστές, Η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1979, ό.π. σ. 6-11, 30-31.
(19) Θωμόπουλος, ό.π., σ. 124-128.
(20) Για τη ληστεία κατά τον 19ο αι.: Γ. Κολιόπουλος, Ληστές. Η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1979, σ. 114-Π5
(21) Κ. Τριανταφυλλίδης, «Η Κλεισούρα μας, αυτή η λαβωματιά της γης», Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 33, Μάρτιος 1999, σσ.10-12, όπου και η σχετική Βιβλιογραφία. Για το τοπωνύμιο «μνήματα» G. Depping, La Grece ou la description, topographigue de Livadie…, Peris 1823, σ. 237-238, μεταφέρει ειδήσεις τουPouqueville.
(22) Για το χαρακτήρα της ληστείας, Έντμοντ Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνος, <Ή σύγχρονη Ελλάδα 1854", Μτφρ. Α. Σπήλιου, ^ρόλογος - επιμέλεια Τ. Βουρνά, Αθήνα χχ., σ. 21, 245. Για τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια της ληστείας, Κολιόπουλος, ό.π., σ. Ια,ΐγ. (23) Κολιόπουλος, ό.π., ά. 21, 45. Δοκανάρης, ό.π., σ. 113. Για το ληστή Όφι Βλ. Σπ. Αλεξανδροπούλου, Νότια Αιτωλία, Το οδικό δίκτυο, Αθήνα 1993, σ. 123, σημ. 111. Καίτη Αρώνη-Τσίχλη, «Οι εξεγέρσεις στη Δυτική Στερεά Ελλάδα κατά την Οθωνική περίοδο» στο Η Ευρυτανία κατά τους επαναστατικούς και μετεπανεστατικούς χρόνους, Πρακτικά Συνεδρίου του Παντείου Πανεπιστημί­ου, ό.π., σ. 165-166, 168-169- Βλ. και Θωμόπουλος, ό.π., σ. 119. Για την εξέγερση του 1836 σε σχέση και με τη ληστοκρατία, Κολιό­πουλος, ό.π., σ. 20-25- (24) Λαμνάτος, ό.π., σ. 62-64, 66-73, 75, 99. (25) Αρχείο Ι. Καποδίστρια, τ. Η., ό.π., σ. 261, 296. Πρβλ. Ελ. Μπελιά, «Στατιστικά του ελληνικού Κράτους κατά το 1830», Μνημοσύνη, τ. 7 (1978-1979), σ. 303. (26) Για τον πληθυσμό του Μεσολογγίου, Σπ. Λουκάτος, «Η Αιτωλοακαρνανία στα χρόνια του Ιωάννη Καποδίστρια, Πολιτειο-ΥραφίΟ από ανέκδοτες αρχειακές πηγές», Πρακτικά Α Αρχαιολογικού και Ιστορικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας (Αγρίνιο 21-23 Οκτω&ρ. 1988), σ. 521. Βλ. και σ. 52σ, σημ. 23, για την ανοικοδόμηση Βραχωριού και Ζαπαντιού. Ως οικογενειακό συντελεστή λαμ­βάνουμε υπόψη το 4,5 (ποσοστό του 18ου αι.). Αργότερα ο συντελεστής ανήλθε. Με το θέμα θα ασχοληθούμε άλλοτε. (27) Λένα Γιαννακοπούλου, «Όψεις του παλιού Βραχωριού, (Κοινωνία-εκκλησίες-ενορίες)», Α', ό.π., σ. 39, 4 και Β', ό.π,, σ. 43-44. (28) Θωμόπουλος, ό.π., σ. 90-91, 119. (29) Για τις πελατειακές σχέσεις, Γ. Δερτιλής, Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση (1880-1909), Αθήνα 1977, σ. 111, 123, 254-255. Του ίδιου, στο Κοινωνικές και πολιτικές Δυνάμεις στην Ελλάδα, Εισαγωγή - Επιμέλεια Γ. Κοντογιώργη, Αθήνα 1977. Στ. Παπαγεωργίου, Το Ελληνικό κράτος (1821-1909), σ. 119. (30) Λένα Γιαννακοπούλου, «Όψεις του παλιού Βραχωριού (Κοινωνία-εκκλησίες-ενορίες)», Α', ό.π., σ. 39-41, όπου και η σχετικι Βιβλιογραφία. Για το πρόβλημα των ετεροχθόνων γενικότερα, Ν. Πανταζόπουλος, Αυτόχθονες και ετερόχθονες, Η πολιτικοστρατιωτικι διαμάχη στην επαναστατημένη Ελλάδα (1827-1829). Η περίπτωση της Σμύρνης, Νέα Σμύρνη 1986. Η καθυστέρηση της εγκατάοτασης των Σουλιωτών ίσως οφείλεται και σε ενδοιασμούς του Καποδίστρια για παρόμοιες μαζικές μετοικεσίες θεωρώντας τις υπό δημιουργία κοι νότητες επικίνδυνες. Βλ. Φρ. Τίρς, Η Ελλάδα του Καποδίστρια (Μετάφραση Α. Σπήλιου), Αθήνα 1972, τ. Α', σ. 258. (31) Κολιόπουλος, ό.π., σ. 7. Για τους Φαλαγγίτες στο Αγρίνιο, Μπούκα, Οδηγός εμπορικός, ό.π., σ. 124-125. (32) Δίον. Μιτάκης, «Εποικισμός Ηπειροσουλιωτών στο Βραχώρι», Μέρος Β', Στερεά Ελλάς, Ιούλιος 1988, σ. 198. (33) Θωμόπουλος, ό.π., σ. 134-135. (34) Α. Μανσόλας, Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, Εν Αθήναις 1867, (ανατύπωση - εκδ. Καραβιά με Εισαγωγή θ. Βερέμη, £π. Παπαγεωργίου, Κ. Παπαθανασόπουλου,) σ. 21. Βλ. και Ι.Δ. Σταματάκης, Πίναξ Χωρογραφικός της Ελλάδος, Εν Αθήναις 1863, σ. 24-25. Για την απογραφή του 1861, Γιάννης Μπαφούνης (επιμ.) Στατισηκή της Ελλάδος. Πληθυσμός του έτους 1861, Εν Αθή­ναις 1862, Αθήνα 1991. (35) Για τους σεισμούς και τις επιδημίες Βλ. θ. Θωμόπουλος, λήμμα «Αγρίνιο» στην Αιτωλ-Ευρ. Εγκυκλ., ό.π, τ. Α', σ. 192. Πρβλ. και Παπατρέχας, 1991, ό.π. σ. 374. Για τη μεταφορά της εικόνας της Παναγίας Προυσιώτισσας στο Αγρίνιο, Γρ. Νταβαρίνος, Ανδρ. Τσιαπέρας, Ιστορία ιεράς μονής Προυσιωτίσσης, Αθήναι 1957, σ. 64-65. (36) Γ. Χουλιαράκης, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971», Αθήναι 1974, τ. Α', μέρος Δεύ­τερο, σ. 3, 12-21, 30, 41, για τη δημογραφική εξέλιξη στο Αγρίνιο. (37) Θωμόπουλος, ό.π., σ. 139. (38) Για τη σιδηροδρομική γραμμή Δυτικής Ελλάδας, Λ. Παπαγιαννάκης, Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι (1882-1910), Αθήνα 1982, σ. 142, 146-147 και «Σιδηρόδρομοι Βορειοδυτικής Ελλάδος (ΣΒΔΕ)», στο Οι Ελληνικοί σιδηρόδρομοι, Η διαδρομή τους από το 1869 έως σήμερα, Αθήνα χχ., σ. 237-239. Ιδιαίτερα για τη σχέση του σιδηροδρόμου με την τοπική ανάπτυξη και τη ζωή των κατοίκων, Λ. Γιαννακοπούλου - Τριανταφυλλίδη, «Σιδηρόδρομοι Βορειοδυτικής Ελλάδος, (ΣΒΔΕ)», Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 40 (Δεκέμβριος 2000), σ. 12-14. Για τη γέφυρα του Αχελώου, Θωμοπούλου, αυτόθι. (39) Ε. Μακρής, «Οικονομικός ενεργός πληθυσμός και η απασχόληση του (1821-1971)», στο Στατιοτικαί μελέται 1821-1971, Αθή­ναι 1971, σ. 122-123. (40) Στατιστικαί παρατηρήσεις 1828, 1829 και 1830, στο Αρχείο Ι. Καποδίστρια, τ. Η, ό.π., σ. 298. (41) Για τις αλλαγές και τον μεταπρατικό χαρακτήρα της πόλης, Μαρία Κομνηνού, «Αγρότες και πολιτική. Η πολιτική πρακτι­κή των αγροτών σε δύο νομούς: Αιτωλοακαρνανία και Καβάλα (1952-1864)», στο Η Κοινωνιολογία στην Ελλάδα σήμερα, (με κείμενα 30 συγγραφέων), επιμ. Ι. Λαμπίρη-Δημάκη, Αθήνα 1987, σ. 210-212. Για την παραγωγή και τις εξαγωγές-εισαγωγές, Μιλτ. Μπούκας, Οδηγός εμπορικός, γεωγραφικός και ιστορικός των πλείστων κυριοτέρων πόλεων της Ελλάδος του έτους 1875, Εν Αθήναις 1875, σ. 125. Για την έκθεση ελληνικών προϊόντων στο Παρίσι το 1878, Α. Μ&η5θΐ35, ια &έεε ί Ι'εχρο5ί1ίοη υη/νεΓϊε/ίε άε Ρ2Π5 εη 1878. Νοίϊοη 5Γ3ίί5Γί(7υε, €2ΐ2ΐο§υε άε$ εχρο5αηΐ5, Αΐηέηϋδ 1878, σ. 39. (42) Μπούκας, ό.π., σ. 139· Ελ. Γιαννακοπούλου, «Τα ταμπάκικα του Βραχωριού, Γ', Η βυρσοδεψία στο Αγρίνιο στα χρόνια του μεσοπολέμου», Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 39, Σεπτέμβριος 2000, σ. 14-16. (43) Για την κτηνοτροφία ετοιμάζουμε ειδική μελέτη. (44) Μπούκας, ό.π., σ. 125. Οι ποτοποιίες διατηρούνται ως τα μέσα του 20ο\ι αι. (45) Μανσόλας, ό.π., σ. 133. Για τα άλλα αιτωλικά πανηγύρια βλ. Ν. Σπυρόπουλος, «Το πανηγύρι της Λγια Αγαθής», Αρχεία Εται­ρείας Αιτωλοακαρνανικών Σπουδών, τ. Α', Αθήναι 1958, σ. 208-218. Γ. Αικατερινίδης, «Το πανηγύρι της Αγια Αγαθής», Πρακτικά Α Αιτωλοακαρνανικού Συνεδρίου Λαογραφίας, (υπό έκδοση), θ. Μακρόπουλος, «Το πανηγύρι του Αη-Συμιού», Αρχεία Εταιρείας Αιτωλοακαρνανικών Σπουδών, ό.π., σ. 204-208. Βλ. και αντίστοιχα λήμματα στον Α' τόμο Αιτωλοακαρνανικής και Ευρυτανικής Εγκυ­κλοπαίδειας. Για το συσχετισμό αστικών και αγροτικών πανηγύρεων, Μ. Συναρέλλη, Δρόμοι και λιμάνια στην Ελλάδα, 1830-1880, Αθήνα 1988, σ. 71-72, όπου και η σχετική Βιβλιογραφία. Βλ. και Ευαγγ. Βουτσοπούλου, «Πόλη και εμποροπανήγυρη», Πρακτικά Συνε-δβίρυ Η νεοελληνική πόλη, ό.π. ' (46) Βλ. κεφ. οικονομία, στο λήμμα «Αγρίνιο» στην Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α', σ. 193. Η ίδρυση ΐοΗ υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας χαιρετίζεται με ενθουσιασμό από τον τοπικό τύπο. Βλ, Ανακοίνωση Μαρίας Μπακαδήμα, «Η πόλη και οι άνθρωποι μέσα από τον τοπικό τύπο. Τέλη 19ου-αρχές 20ού». (Υπό έκδοση στα πρακτικά της παρούσης Ημερί­δας.) Επιφυλλάσσομαι για μια έρευνα στα αρχεία του υποκαταστήματος μελλοντικά. (Τα αρχεία της Εθνικής Τράπεζας λόγω μετακόμισης ήταν κλειστά.) Για το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας και τους τοκιστές στα 1875 στο Αγρίνιο, Μπούκας, ό.π., σ. 125, 127. (47)Χουλιαράκης, ό.π., σ.3. (48) Κομνηνός, Αγρότες και πολιτική, ό.π., σ. 212-213. Θωμόπουλος, ό.π., σ. 141-151. Μπούκας, ό.π., σ. 125-131. Για την ανάπτυξη του Αγρινίου το τελευταίο τέταρτο του 18ου αι., Δ. Βικέλας, Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν, Αθήναι 1885, σ. 171. Για τη βραδεία ανοικοδόμηση της Αιτωλοακαρνανίας, Mansolas, La Grece l exposition Universelle de Paris, ό.π., σ. 20. (49) Θωμόπουλος, ό.π., 141-1601. (50) Κ. Τριανταφυλλίδης, «Ένα φεμινιστικό κίνημα στο Αγρίνιο», Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 28-29, Μάρτιος 1998, σ. 22., όπου και η σχετική Βιβλιογραφία. (51) Γιαννακοπούλου, «Όψεις του παλιού Βραχωριού», Β', ό.π., σ. 44. Παλιούρας Αθ., «Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα ανάμεσα σε Αρμένηδες, Εβραίους και Γύφτους» (υπό έκδοση στα πρακτικά της παρούσης Ημερίδας). Για τις αντίπαλες ομάδες των χαλκουνάδων, Αντ. Παπαντολέων, «Χαλκούνια, Χαλκουνοπόλεμος», Ρίζα Αγρινιωτών, τχ. 28-29, Μάρτιος 1998, σ. 10. (52) Τριανταφυλλίδης, «Ένα φεμινιστικό κίνημα στο Αγρίνιο», ό.π., σ. 22-23.

0 Comments

Leave a Comment

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password